RSS

Daily Archives: 27 Απριλίου , 2007

ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΠΙΔΑ

Η μικρή Ελπίδα , Καθόταν πάνω στο τοιχάκι της κι έκανε , ότι της ήταν μπορετό , για να την προσέξουν . Γεννημένη από γονείς , με μεγάλη καρδιά και μικρή τύχη , ήταν τόσο μικροκαμωμένη , που σχεδόν δεν φαινόταν . Λεπτή , αέρινη , σχεδόν διάφανη , ασχημάτιστη , έμοιαζε εύθραυστη κι ανύπαρκτη , αλλά ήταν υγιής .

Λοιπόν , η μικρή Ελπίδα , ήταν να μη γεννηθεί . Αφ’ ότου όμως γεννήθηκε , ήταν γερή , υγιής , απρόσβλητη , κι έμοιαζε μια χαρά εκεί πάνω στο τοιχάκι της και έδινε ένα άλλο ύφος σ’ εκείνο το φθινοπωριάτικο μεσημέρι . Προχωρημένο μεσημέρι , σχεδόν απόγευμα , ζεστό , μαλακό , φιλικό , σαν αγκαλιά . Προχωρημένο φθινόπωρο , αθόρυβο , αλλά γεμάτο φως και χρώματα σαν . . . . . αγάπη . . . . . . . . ……………………………………………………………………………………………………………………………………

Αγάπη ; Γιατί όχι ; Κατά κάποιον τρόπο . . . . . Ίσως και να αγαπιόντουσαν .

Ένοιωσε κάτι σαν φυσικό πόνο στο στήθος κι έκοψε το βήμα της . Όχι εξ αιτίας του πόνου , μα για να έχει χρόνο να απολαύσει την σκέψη . Την σκέψη , που έγραψε μια μικρή τροχιά , κι απόμεινε λαμπυρίζοντας στο περιορισμένο στερέωμα , που περιβάλλει τους ερωτευμένους .

Βλεπόντουσαν εδώ και ένα χρόνο περίπου . Ελκυστικοί , αθεράπευτα ενήλικες ,άνετοι , απελευθερωμένοι , «εραστές του έρωτα», διατηρούσαν μια σχέση μυστική , προφυλαγμένη από την κρίση των άλλων .Βρισκόντουσαν κάθε τόσο , σε μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στο κέντρο . Διαμέρισμα μινιατούρα , έπιπλα , μηδέν . Μια πολύ λεπτή ροζ γρίλια στο παράθυρο , ίσα να διαθλά μ’ έναν μισοπαραμυθένιο τρόπο το φως . το φως . . . . Πάντα στο φως . Δεν βλεπόντουσαν ποτέ βράδυ. Για το βράδυ , δεν υπήρχε «πρόσχημα» . Ήταν αφιερωμένα αλλού τα βράδια . Τα βράδια ΤΟΥ . . . . . . Ψιλοανατρίχιασε . Ξανάφερε την σκέψη στο διαμέρισμα . Όλα κι όλα τα έπιπλα , ήταν η ροζ γρίλια κι ένα τεράστιο μαλακό μαξιλάρι , με μοβ και γαλάζια λαχούρια , στο πάτωμα . Ένα πάτωμα , από σκούρα , – σχεδόν μαύρη – λουστραρισμένη αφρικάνικη οξιά . Εκεί πάνω , κάνανε έρωτα . Ξαφνικά , έπαψε να το «βλέπει» αισθησιακό .Έτσι απρόβλεπτα , οι εικόνες έχασαν χρώμα και περίβλημα , έγιναν θαμπές και άρχισαν να ρέουν μαλακά προς τα κάτω .

Θα μπορούσαν «να κάνουν έρωτα» τα βράδια , σε κανονικό μεγάλο κρεβάτι , να ξυπνούν το πρωί μαζί , να βγαίνουν στον ήλιο μαζί , να προβληματίζονται μαζί , να βαριούνται μαζί , να νυστάζουν μαζί . . . . . . Γιατί όχι ; Κι αν αγαπιόντουσαν ;

Οι λέξεις «κοινότυπο» και «συνηθισμένο» απόκτησαν το δικό τους σχήμα και χρώμα , και άρχισαν να γαργαλούν σαν επιθυμίες . . . . . Γιατί όχι ; Κι αν αγαπιόντουσαν ;

Ήταν η στιγμή , που γεννήθηκε , η μικρή της ελπίδα .

Θα του μιλούσε .

Μπήκε στο ταξί , που απρόσμενα σταμάτησε μπροστά της, ψέλλισε την διεύθυνση και κάρφωσε το βλέμμα , έξω από το παράθυρο ………

Ένας τοίχος σκεπασμένος από διαφημιστικές αφίσες , τους ακολουθούσε . Χαμογελαστά πρόσωπα , πίσω από οδοντόβουρτσες . Πόση χαρά μπορείς να αντλήσεις βουρτσίζοντας τα δόντια σου ; . . . . . . Το πρωί . . . . . Στο μπάνιο . . . . . Μαζί . . .Μαζί ; Ναι . . . Θα του μιλούσε .

Έτσι όπως ο δρόμος ανηφόριζε , ο τοίχος μίκραινε σε ύψος , μέχρι που απόμεινε , ένα μικρό τοιχάκι , να τρέχει δίπλα στο ταξί . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Για να λέμε και την «πάσα αλήθεια» , το τοιχάκι , δεν ανήκε αποκλειστικά στην μικρή Ελπίδα . Δεν ήταν ακριβώς το «τοιχάκι της» . Πολύ πριν απ’ αυτήν , – μεσοκαλόκαιρο θαρρώ – , είχε στρογγυλοκαθήσει , κι αυτήν είχαν συνηθίσει να βλέπουν , η μικρή Χαρά . κι εδώ που τα λέμε , η μικρή Χαρά , ήταν «χάρμα ειδέσθαι» . Κούκλα , ροδομάγουλη , αφράτη σαν πρωινό ψωμάκι , σου προκαλούσε ένα αίσθημα αισιοδοξίας όταν την έβλεπες .

Κούκλα η μικρή Χαρά , αλλά έπασχε από ανίατο νόσημα από γεννησιμιού της . Δεν της φαινόταν , αλλά ήταν καταδικασμένη . Δεν έκανε καμία προσπάθεια για να την προσέξουν , – την πρόσεχαν ούτως ή άλλως όλοι – , ήθελε όμως την θέση πάνω στο τοιχάκι , για πάρτη της και μόνο . Αποκλειστικά . Άπλωνε και έστρωνε πάνω του προσεκτικά το ατσαλάκωτο φορεματάκι της , κι αγριοκοίταζε την μικρή Ελπίδα , κι όλο περίμενε πως κάποιος θα αναλάμβανε να την κατεβάσει από ‘κει πάνω . Η μικρή Χαρά , δεν ήθελε φτυσιάρικα πλάσματα δίπλα της . Της χαλούσαν την αισιόδοξη εικόνα , που πρόσφερε η θέα της στους γύρω . . . . . . Να την κατεβάσει από ‘κει πάνω , με οποιονδήποτε τρόπο . Συμβουλή , απειλή . . . . Βία ; . . . . . Τουλάχιστον , αν πέθαινε ; . . . . . . Αλλά πού ; Η μικρή Ελπίδα ήταν υγιής , τόσο υγιής , που θα γερνούσε – αν δεν την κατέβαζε με οποιονδήποτε τρόπο κάποιος – , εκεί πάνω , στο «τοιχάκι της» . Στο «τοιχάκι ΤΟΥΣ» . Κι αυτό το «ΤΟΥΣ» , ήταν που αφιόνιζε την μικρή Χαρά και της χαλούσε το χαμόγελο .

Και το φθινοπωριάτικο απογευματάκι , συνέχιζε να κατρακυλά γουργουρίζοντας , ζεστό , μαλακό , φιλικό , σαν αγκαλιά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . …………………………………………………………………………………………………………………………………              – Έλα στην αγκαλιά μου . Τι έπαθες ;

– Όχι , πρέπει να μ΄ακούσεις .

– Σ’ ακούω κι έτσι .

– Όχι .

Ο άνδρας , ψιλοβαρέθηκε . Απροσδόκητα ένοιωσε κουρασμένος . Παραιτήθηκε .

– Σ΄ακούω .

Έπεσε μια μαλακιά σιωπή . Σαν ομίχλη . Σαν βροχούλα .

– Όταν λέω «να μ’ ακούσεις» , εννοώ με κατανοήσεις . Να το ιδείς και εσύ , έτσι όπως το είδα κι εγώ , καθώς ερχόμουν . Τι λες ; Θέλεις να ζήσουμε μαζί ;. . . . Πες μου …..Πες μου κάτι .

Και της είπε . . . . .

Της μίλησε ήσυχα και ειλικρινά . Όπως τα’ νοιωθε . «Από καρδιάς» που λένε . Της εξήγησε , γιατί δεν πρέπει να σκέφτεται και ζητά συμβιώσεις και γάμους και τέτοια πράγματα . Όλη η σχέση , στηρίζεται στη χαρά , που αντλιέται από τον έρωτα . Εκεί χτυπάει η καρδιά της σχέσης . Στην ευτυχία του να βρίσκεσαι εκείνη την μοναδική στιγμή – μοναδική η κάθε στιγμή – , με τον άνθρωπό σου . Ο ίδιος ο έρωτας . . . . . Το σώμα . . . . . .

Καθώς της μιλούσε , παρασύρθηκαν , κάνανε έρωτα . Αυτή σιωπούσε . Η ώρα πέρασε . Ύστερα , η γυναίκα , πήρε στα χέρια της τα χέρια του , τα κράτησε μαλακά , τα κοίταξε με λατρεία και ρώτησε :

– Ποιό χέρι με χάιδεψε ;

– Αυτό .

Ακούμπησε με ευγνωμοσύνη τα χείλια της , επάνω του .

– Όμως , μπορώ να ελπίζω πως . . . . . .κάποτε…ίσως….

– Όχι .

– Γιατί ;

– Γιατί μου σκοτώνεις όλη την χαρά του έρωτα .Ξέχνα το . Μάθε να βλέπεις την χαρά σ’ όλα αυτά και μόνο την χαρά . . . .

– Μα . . . . . .

– Ξέχνα το !

. . . . . Σιωπή . . . . . Έψαχνε . . . . . .

– Πες μου ότι το ξέχασες .

. . . . . . Σιωπή . . . . . Έψαχνε ανάμεσα στα τρυφερά ακόμη από τον έρωτα σώματα , για την λέξη……το όπλο , που θα’δινε ένα τέλος στην μικρή της ελπίδα . . . . .

– Πες το .

. . . . . Σιωπή . . . . . Το βρήκε . Άγγιξε το παγωμένο του μέταλλο . Το’ σφιξε στην παλάμη της .

– Πες το .

– Ναι . . . . . Το ξέχασα ήδη . . . . αφού ετσι το θες…το ξεχασα ήδη .

. . . . . . Η φωνή της , ακούστηκε απότομη και ξερή σαν πυροβολισμός . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ……………………………………………………………………………

Η μοναδική σφαίρα , – πάντα αυτές οι σφαίρες είναι μοναδικές – , βρήκε την μικρή Ελπίδα στο ¨Δόξα Πατρί» . Αποτελεσματική και εύστοχη . Το χαμόγελό της , έμεινε μετέωρο . Μπλέχτηκε με μια απορία . Ύστερα , το λιανό κορμάκι , γλίστρησε απαλά με την πλάτη πάνω στο τοιχάκι κι ακούμπησε καθιστά , στη γη . Με τα αδύνατα ποδαράκια σε διάσταση , με τα αέρινα χέρια ανοιχτά και τις παλάμες γυρισμένες στον Θεό . Με το βλέμμα καρφωμένο ίσα μπροστά , «αχταρμάς» αναίδειας και απορίας . Δεν ξανακουνήθηκε . . . . . . . .

Η μικρή Χαρά , είχε μείνει μόνη . Μόνη κυρίαρχος στο τοιχάκι της ζωής . Γι’ αυτό εκείνο το βράδυ , γύρισε χοροπηδώντας στο σπίτι . . . . . Ένοιωθε ευτυχισμένη . . . . .

Γιατί όχι άλλωστε ; Η μικρή Χαρά , μπορούσε να απολαμβάνει το βραδινό αεράκι και την προοπτική του καλύτερου «αύριο» . Δεν ήξερε , ότι έπασχε από ανίατο νόσημα . . . . . Δεν ήξερε ότι οι μέρες της ήταν μετρημένες . . . . .

 

 

 
10 Σχόλια

Posted by στο 27 Απριλίου , 2007 σε διηγήσεις