RSS

Η ΚΑΣΤΡΩ , ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ ΚΑΙ Η ΜΕΛΙΣΣΑ

15 Μάι.
    Ενα «περασμα» πανω απο την Ευθανασία , τους Αυτόχειρες και τη γειτονια των παιδικών μου χρόνων
===============================================================================
Μάρτης μήνας και η Άνοιξη δεν έλεγε ακόμα να ξεμυτίσει απ’ εκεί που παραμόνευε μήνες τώρα , πίσω απ’ τις κουΐντες . Τεμπέλα , ή δειλή , δεν ξέρω να το πω . Πάντως δεν είχε φανεί στο προσκήνιο και το απογευματάκι , ντυμένο στο αγιάζι , θύμιζε έντονα Χειμώνα . Το μόνο παράταιρο σ’ αυτήν την εικόνα , ήταν η ημέρα που είχε μεγαλώσει και αχνόφεγγε ακόμη , παρά το προχωρημένο απόγευμα .Τότε ήταν , που χτύπησαν την πόρτα μου , ένα σωρό «φτερωτά» . Μουσαφίρια αναπάντεχα . Ο «Δόκτωρ Θάνατος» , διάφορες μνήμες κι αποθυμιές , η Κάστρω με το σχοινί και το σαπούνι , η μέλισσα και η επώδυνη μνήμη απ’ το κεντρί στο δάχτυλο , και ένας πόνος δυνατός , αβάσταχτος , που έκανε την ψυχή μου να ασπαίρει και να οιμώζει και που δεν ήταν η πρώτη φορά που μου κουβαλιόταν .  

  Αλλά ας τα πάρω απ’ την αρχή .  

   …..Πρώτα απ’ όλα ήρθε ο πόνος . Δηλαδή , αυτός , είχε εισβάλλει από καιρό , αλλά εκείνο το μαρτιάτικο απόβραδο , ήταν ο πρώτος που έκανε αισθητή την παρουσία του , ανηλεής , απάνθρωπος , αδυσώπητος τύραννος της ψυχής . Μιας ψυχής , που ξαφνικά , έπαψε να τον αντέχει και σε μια κατάσταση πλήρους συντριβής γύρισε απεγνωσμένα το βλέμμα ολόγυρα , αναζητώντας λύτρωση .….. Σαν απάντηση , μου αριβάρισε ο … «δόκτωρ Θάνατος» . Όχι ! . . . . , δεν τον βάφτισα εγώ , έτσι . Αυτό το προσωνύμιο του το «κόλλησαν» τα ΜΜΕ πριν από καιρό , όταν κυριολεκτικά «λύσσαξαν» με δαύτον . Ξέρεις , εκείνος ο ξερακιανός Αρμένης γιατρός , που έκανε την μεγάλη τομή στο θέμα «φιλευσπλαχνία στην ιατρική» , προτείνοντας και εφαρμόζοντας εν τέλει , την Ευθανασία σε μια ζωή , που είναι καταδικασμένη να υπάρχει χωρίς ποιότητα . Μυστήρια τα περάσματα και οι πόρτες του μυαλού . Από πού μπήκε , πώς μου προέκυψε , άγνωστο . Πάντως , μου προέκυψε . Στρογγυλοκάθισε απέναντί μου , χάιδεψε το μυτερό γενάκι του και μπήκε κατευθείαν στο θέμα . . . . . .

– Αν μη τι άλλο , εσύ τον  κατέχεις μια χαρά τον τρόπο . Γιατρός βλέπεις . Και τι γιατρός ! . . . . Αναισθησιολόγος . Το καλυτερότερο . . . .

– Μα . . . . . , αυτόχειρας , δόκτωρ ; . . . . . ό, τι κορόιδευα μέχρι τώρα ; . . . .

– Γιατί όχι ; Κάποιος πρέπει να το κάνει , γιατί όχι εσύ που είσαι και ειδικός ; Άλλωστε , εγώ δεν μπορώ …Εγώ απόψε εδώ , δεν είμαι τίποτε άλλο , από μία σκιά , ένα παγανό , μια αεροβασία της καθημαγμένης  ψυχής σου . . . . . Πλην τούτου , μου λείπουν και τα . . . . κατάλληλα εφόδια . . . . . . .. . . . . . . είπε και κοίταξε με νόημα τον παλιό δερμάτινο ιατρικό σάκκο , – κληρονομιά από έναν Αυστριακό γιατρό , φίλο του πατέρα μου στην Κατοχή – , όπου φύλαγα τα απαραίτητα , για μια έκτακτη επαγγελματική ανάγκη .
Τα αερικά , έρχονται αθόρυβα κι αθόρυβα πάλι φεύγουν . Έτσι λοιπόν , σιγαλά κι αθόρυβα , έφυγε και ο δόκτωρ Κεβορκιάν , ο Αρμένης γιατρός , που είχε τον δικό του τρόπο να γιατρεύει τον αφόρητο πόνο , όταν όλοι οι άλλοι , σήκωναν τα χέρια ψηλά , δηλώνοντας , αδυναμία γιατρειάς .
Έμεινα μόνη με τον σάκκο . Γιατί όχι ; Ποιος θα το έφτιαχνε καλύτερα από μένα ; Πριν τον ανοίξω , σηκώθηκα ήρεμη , τράβηξα τις βαριές κουρτίνες του παραθύρου , κλείδωσα την πόρτα του δωματίου , και άναψα το φως . Το σπίτι , ήταν αδειανό , λείπανε όλοι . Όμως , έτσι απαιτούσε το τελετουργικό αυτής της ιστορίας . Δεν μπορώ να πω , πώς το ήξερα . Πάντως , το ήξερα . Όλοι οι άνθρωποι μάλλον το ξέρουν , όταν έλθει εκείνη η ώρα . . . . . .
Άνοιξα την δερμάτινη τσάντα . Ένας μικρός θησαυρός , – για την περίσταση εννοώ – , μπρος στα μάτια μου . Βελόνες , ασκοί , μικροσυσκευές και τα υπόλοιπα σύνεργα  για ενδοφλέβια , φύσιγγες και φιαλίδια με βαριά υπναγωγά και παραλυτικά φάρμακα , βαμβάκι , τσιρότα , λαστιχάκια και . . . . . . . . .

. . . . . . . Μια πόρτα άνοιξε και μπήκε καινούριος μουσαφίρης . Μια φτερωτή Ανάμνηση . Φιλοτάξιδη , λίγο χλωμή όπως πάντα , άσπονδος εχθρός της Λησμονιάς , μα πάντα όμορφη. Απρόσκλητη και αναπάντεχη , μα πάντα καλοδεχούμενη , σαν το δροσερό θαλασσινό νοτιαδάκι , που «σπάει» το καύμα του καλοκαιριάτικου μεσημεριού . Η ανάμνηση της γειτονιάς μου . Της γειτονιάς των παιδικών μου χρόνων . Αυτής , που με κανάκεψε σε καιρούς ευαίσθητους και τρυφερούς , που σκούπισε τα γδαρμένα μου γόνατα , που με έκρυψε στις απόκρυφες γωνιές της λίγο πριν ξεφωνίσω την ιαχή «φτου ξελευτερία» , που στέγνωνε τα δάκρυα της μοναξιάς και της φτώχιας μου , και που την αγάπησα τόσο , ώστε κάποτε , – χαίρε παιδική αθωότητα – , πίστεψα , πως η μάνα μου , ήταν μόνο ένας άνθρωπος , που έτσι απλά μου είχε δώσει ο Θεός για να φωνάζω «μάνα» , μα στην πραγματικότητα , με είχε γεννήσει Αυτή , η πανέμορφη , και ξεχασμένη απ’ όλους , μικρή ,  επαρχιώτικη κουρελαρία . Η γειτονιά μου .
Μικρή , με παλιά πέτρινα σπίτια , που ανά μικρές ομάδες, – ανά δύο ή τρία – , αυλίζονταν σε κοινά προαύλια , ένα τεράστιο πλατάνι , που στα κλαδιά του τα καλοκαίρια , μάζευε μυριάδες μαυροπούλια , που με τα τσιριχτά ξεφωνητά τους , μας χαλούσαν την μεσημεριάτικη «σιέστα» , και έναν και μοναδικό δρόμο , με το βαρύγδουπο και μυστήριο όνομα : «Οδός Άνω Χαράδρας» , – Κάτω Χαράδρα , δεν υπήρχε , κι εκεί έγκειτο το μυστήριο – , που διέσχιζε όλη την γειτονιά ελικοειδώς , σαν τρεχάτο φίδι και την γέμιζε γωνίες και στροφές . Σε μια λοιπόν απ’ αυτές τις στροφές του δρόμου «φίδι» με το μυστήριο γεωφυσικό όνομα , δέσποζε το σπίτι με το ρόπτρο , και ακριβώς απέναντι , το σπίτι όπου , θεοζητημένο μοναχοπαίδι , -εφταμηνίτικο – , είδα το φως της μέρας . Το σπίτι με το ρόπτρο , ήταν το σπιτικό της χήρας Πελαγίας , μιας πανύψηλης ομορφογυναίκας , που το παρουσιαστικό της «έφερνε» προς Καρυάτιδα και η συμπεριφορά της προς «μάνα κλώσσα» , όπου στην τεράστια αγκαλιά της κράταγε πάντα σφιχτά , τις τρεις της κόρες , ότι της απόμεινε από τον μακαρίτη τον άντρα της , μετά από έναν σύντομο γάμο , – ας όψονται οι νάρκες απ’ τον πολεμο και τον εμφύλιο – , η τελευταία μάλιστα , -κόρη – , κοιλάρφανη . Το σπίτι ήταν απλό και φτωχικό , όμως είχε κάτι μοναδικό , που το έκανε να ξεχωρίζει , απ’ όλα τα άλλα . Το ρόπτρο στην σαρακοφαγωμένη εξώθυρα . Το ρόπτρο . . . . Ένα πανέμορφο , λιπόσαρκο , σιδερένιο χέρι , σε φυσικό μέγεθος , που με προτεταμένο τον δείκτη , «έκρουε» πάνω σ’ ένα επίσης σιδερένιο ρόζο , ειδοποιώντας τους ενοίκους , ότι κάποιος γύρευε να του ανοίξουν την πόρτα . Γιατί , πού κουδούνια ηλεκτρικά τότε . . . . . Πού , ηλεκτρισμός . . . . . γενικά . . . . . . Η ομορφάδα ,όμως , δεν ήταν το μόνο θέλγητρο του περίτεχνου ρόπτρου . Το ρόπτρο , κατά καιρούς , ανέδιδε μια μοσχοβολιά από γαλλικό άρωμα . Ναι , ναι , γαλλικό άρωμα . Κι αυτό το «κατά καιρούς» , ήταν όταν το άγγιζε , η κυρία Φλουδοπούλου , η ώριμη αθηναία σύζυγος του καπνέμπορου Φλουδόπουλου , που νοίκιαζαν το απέναντι παλιό διώροφο . Και όχι πως η κυρία Φλουδοπούλου , «χτύπαγε» ποτέ την πόρτα της χήρας Πελαγίας , – σε τι να την χρειαζόταν άλλωστε – , αλλά απλά , αγαπούσε κάθε τι όμορφο και περίτεχνο , που της θύμιζε τη ζωή της στην εύπορη , αρχοντική Αθήνα κι έτσι , αγαπούσε και το ρόπτρο . Έτσι , κάπου – κάπου , όταν ο δρόμος ήταν μάλλον άδειος και πίστευε πως δεν την βλέπανε , – πάντα κάποιος την παρατηρούσε πίσω από τα μισόκλειστα κανάτια των παραθύρων – , πλησίαζε και άγγιζε το ρόπτρο . Έκανε τάχα , πως θα χτυπήσει την πόρτα , και τάχα , πως το μετάνιωνε μετά , μα στην ουσία , χάιδευε το ρόπτρο με μιαν ανείπωτη τρυφερότητα , άφηνε πάνω του το άρωμά της και ύστερα έφευγε , λίγο πιο βιαστικά απ’ ότι είχε έλθει . Τότε ήταν που μαζευόμασταν όπως τα σπουργίτια τα ερεθισμένα από τις μυρωδιές του ώριμου κλήματος , και απιθώναμε τις ξεγδαρμένες μύτες μας πάνω στο ρόπτρο , για να πάρουμε μιαν ιδέα από πρωτευουσιάνικο λούσο , από χλιδή , από αρχοντιά , από . . . . Παρίσι βρε αδελφέ .
………………………………………………………………………………………………
Το απογευματάκι , συνέχιζε να κατεβαίνει με γοργά βηματάκια και μέσα στο δωμάτιο , υπήρχε ένας «επαγγελματικός» πυρετός . Πολύ γρήγορα , τα ετοίμασα σχεδόν όλα . Μία φιάλη του λίτρου φυσιολογικό ορό , όπου μέσα του , άδειασα «ελεφάντιες» δόσεις υπναγωγών , αναισθητικών , κατασταλτικών και βαριών παραλυτικών φαρμάκων –φαρμάκων , που θα μπορούσαν να κοιμίσουν με τον «μεγάλο» ανεξύπνητο ύπνο , ακόμη και ένα βόδι – , βαμβάκι με οινόπνευμα , μια λεπτή βελόνα για την φλέβα μου , τσιρότο για να «καθηλώσω» την βελόνα , που θα κατέβαζε όχι την ζωή , αλλά τον «ύπνο-θάνατο» , γρήγορα-γρήγορα στο χέρι μου . Μου έλειπε μόνον το λαστιχάκι , που κρατώντας το με τα δόντια , θα έσφιγγα το μπράτσο . Καθώς έσκυψα και πάλι στον ορθάνοιχτο ιατρικό σάκο , τα μάτια μου έπεσαν στον απέναντι τοίχο . Σε μια μικρή , με «ζεστά» χρώματα πολυθρόνα μπαμπού , καθόταν ακόμα η μουσαφίρισσα ανάμνηση της γειτονιάς μου , και με κοίταζε σαν να μην είχε τελειώσει μαζί μου , σαν να ήθελε ακόμη κάτι να μου πει . Με κοίταζε με ένα παράπονο , που με’κανε να ξεχάσω προς στιγμήν το ψάξιμο για το λαστιχάκι . Δε βαριέσαι . . . . Θα το’βρισκα αργότερα . . . . Χρόνο είχα . Ήταν όλα έτοιμα . . . . Τα παράτησα λοιπόν προς στιγμήν όλα και ξανασχολήθηκα μαζί της , κοιτάζοντάς την με ένα βλέμμα «χάδι» . . . . . . . . .

. . . . . . . . . Η Κάστρω , δεν μπήκε από πουθενά . Πρέπει μάλλον , να την κουβαλούσα πάντοτε μέσα μου , σαν ένα κοτρώνι που το κατάπια στην τρυφερή των «απαλών ονύχων» ηλικία , και που έμεινε μέσα μου άπεπτο , χρόνια και χρόνια , για να το ξεράσω εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα πάνω στην ακριβοθώρητη γλυκιά μου μουσαφίρισσα , την ανάμνηση της γειτονιάς μου . Μου ήταν αδιανόητο ότι μπορεί η λεπτεπίλεπτη αγαπημένη μου φίλη , να ήταν αυτή , που μου κουβάλησε εκεί μέσα το φρικιό . . . . . . Η Κάστρω , δεν μπήκε από πουθενά . Ήταν εκεί , απέναντί μου , κολλημένη πάνω στην Ανάμνηση , και με . . . . . γλυκοθωρούσε .
Η Κάστρω . . . . . . ΄Ένα αγρίμι , ένα καραβόσκυλο , που δεν ζύγωνε κανέναν , ούτε την ζύγωνε κανείς και ούτε της απηύθυνε κανείς τον λόγο . Ούτε καν οι δικοί της , η κόρη της δηλαδή – που ήταν και σπιτονοικοκυρά μας – , ένα αρπαχτικό , μια άξεστη εριστική μέγαιρα  ,  ο ξερακιανός μονόχειρας – ανάπηρος πολέμου – και ψάλτης στην Ενορία μας γαμπρός της , οι δύο ιερόδουλες εγγονές της και ο σωματέμπορος – Χιώτης στην καταγωγή – σύζυγος – με στεφάνι παρακαλώ – της μικρής της εγγονής . Ούτε το όνομά της γνωρίζαμε . Το «Κάστρω» ήταν παρατσούκλι , που της είχαν προσάψει τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς , αυτά που μπορούσαν να ρίξουν καμιά ματιά σε εφημερίδα , ή να ακούνε ραδιόφωνο . Η Κάστρω η πραγματική , ήταν μια κακούργα , μια στρίγγλα πεθερά ,  από την ορεινή Αρκαδία – έλεγαν – , που εκείνη την εποχή – αρχές του ’50 θαρρώ – , είχε σκοτώσει στου Χαροκόπου «δια ασήμαντον αφορμήν» τον  Αθανασόπουλο , άνδρα της κόρης της , έναν αξιοπρεπή και φιλήσυχο δημόσιο υπάλληλο . Του’χανε βγάλει και τραγούδι : «Καημένε Αθανασόπουλε , τι σού’μελε να πάθεις , από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις» .  Η θηριόμορφη γραία , πρόσφυγας από τα βάθη της Καππαδοκίας , η ντυμένη με τους παιδιάστικους σκοτεινούς μύθους , ίσως να μην μας απασχολούσε ιδιαίτερα , αν δεν είχε το κακό χούι , να θρονιάζεται στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της χήρας Πελαγίας , όταν αραιά και πού , έβγαινε έξω στη γειτονιά , να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα , μακριά από τις υλακές και τα συχνά σουρομαλλιάσματα των «δικών» της . Καθόταν εκεί , κατάμονη κι αμίλητη , βυθισμένη σε μνήμες παλιές , από την όμορφη πατρίδα της , τότε που ήταν νέα , ωραία κι όχι περιφρονημένη κι αποδιωγμένη απ’ όλους . Δεν ασχολιόταν με κανέναν , δεν σκότιζε κανέναν , όμως καθόταν εκεί και εμπόδιζε την πρόσβαση στο πανέμορφο και «μυριστικό» ρόπτρο  στην μικρή παιδική συμμορία , που εκείνη την ώρα , πιλαλούσε στη γειτονιά . Γιατί την Κάστρω την φοβόμασταν . Γιατί η Κάστρω ήταν ντυμένη με μύθους τρομαχτικούς . Γιατί η Κάστρω μιλούσε μια ακατάληπτη γλώσσα , που δεν ήταν ούτε ελληνικά , ούτε τούρκικα , αλλά κάτι «καββαλιστικά και μαυρογητέματα από τα βάθη της Καππαδοκίας» . Γιατί την Κάστρω , δεν την ζύγωνε ούτε της μιλούσε κανείς . . . . . . . .. . . …………………………………………………………………………………………………

Βρήκα το λαστιχάκι που έψαχνα , κάτω από ένα σωρό από τολύπια γάζας , στο βάθος του ιατρικού σάκου . Το πήρα τελετουργικά , έσφιξα το μπράτσο μου τραβώντας το με τα δόντια και έμπηξα την λεπτή βελόνα στη φουσκωμένη μου φλέβα . Ένα τσίμπημα σαν της μέλισσας . . . . . . . . .. . . . . ………………………………………………………………………………………………..

. . . . . Ο πόνος απ’ το τσίμπημα της μέλισσας , στο  τρυφερό παιδικό μου δάχτυλο , ήταν τόσο δυνατός , που μού’κοψε την ανάσα και το χαρούμενο τρεχαλητό , με την υπόλοιπη παιδική συμμορία της γειτονιάς . Τι στην οργή , ήθελε το άθλιο έντομο στο χέρι μου , και γιατί διάλεξε αυτόν τον ηλίθιο και επώδυνο για μένα τρόπο για να πεθάνει ; Γιατί με πόνεσε ; Γιατί εμένα ;Τα μάτια μου , γέμισαν μια αλμυρή θολούρα . . . . Γιατί ;Και να ήταν μόνον αυτό ; . . . . Η δυστυχία μου συμπληρώθηκε , με την ιατρική ετυμηγορία της «μαρίδας» :

– Για να σου περάσει γρήγορα , και να μην «τουμπανιάσεις» ολόκληρη , πρέπει να στο . . . . . . κατουρήσει η Κάστρω .

. . . . Θεέ μου , φύλαγε !
Μια αναιμική μου ένσταση του είδους «πού να την βρίσκω την Κάστρω , τέτοια ώρα» , πήγε περίπατο .
– Να’την , στο κεφαλόσκαλο της χήρας κάθεται . Κάτω απ’ το ρόπτρο η σκύλα . Κρατάει κι ένα σχοινί . Μέρες τώρα το σούρνει μαζί της και το πιλατεύει . Τι στο κρίμα , η μάγισσα . Κοίτα μη σε πνίξει με δαύτο . Μόνο να σου κατουρήσει το δάχτυλο , τίποτε άλλο . . . . Πρόσεχε κακομοίρα .  Με λυμένα τα γόνατα , και το πονεμένο δάχτυλο χωμένο στη μασχάλη , μέσα σε μια ατμόσφαιρα πανικού , πλησίασα το αγρίμι .  Πράγματι , πασπάτευε ένα κομμάτι χονδρό σχοινί . Ένα μεγάλο κομμάτι χονδρό σχοινί . Το χάιδευε , το κουλούριαζε και μετά το ίσιαζε , το θήλιαζε και μετά το έλυνε και όλο μουρμούριζε κάτι ακατάληπτα , σαν τίποτε άλλο να μην υπήρχε εκεί γύρω .
Όμως , υπήρχα εγώ και το πονεμένο μου δάχτυλο , που το άπλωσα κοντά της και δεν ήξερα τι ακριβώς να της πω , και ήθελα να φύγω , όμως φοβόμουν το τουμπάνιασμα και πονούσα κιόλας και . . . . . .
. . . . Και τότε ξαφνικά , η δράκαινα , μ’ άρπαξε απ’ τον καρπό και με τράβηξε μπροστά της , μούρη με μούρη . Πνίγηκα στη βρωμερή της ανάσα . Νόμισα πως θα με κατάπινε με μια χαψιά.
Όμως , δεν με κατάπιε . Η Κάστρω , μου μιλούσε . Μου μιλούσε σε άπταιστα , αν και κάπως μπερδεμένα ελληνικά .
– Μωρή γιδούλα , έλα εδώ , το βλέπεις ; Το βλέπεις αυτό ; Δεν γλιστράει το πρόστυχο . Θέλει σαπούνι , κι εμένα σαπούνι , δεν μου δίνουνε οι σκρόφες οι δικές μου . Τίποτε δεν μου δίνουνε , μήτε νερό , μήτε φαΐ . Μόνο ξύλο . Εσένα η μάνα σου είναι καλονοικοκυρά , θα’ χει σαπούνια . Φέρε μου ένα απολειφάδι , κιβιρτζίκι * μου , κι Δίκαιος Μαμμωνάς , θα σ’ ανταμείψει . . .   . . . . . είπε , και με ξαμόλησε σε ένα λούκι , που έβγαζε κατευθείαν στην Κόλαση . Χώθηκα μέσα του και ταξίδεψα το ταξίδι της Εντολής – Παράκλησης . Δεκαοχτώ σκαλοπάτια ως την εξώθυρα του σπιτιού μου , ένας σκοτεινός και υγρός διάδρομος , τα πάλαι ποτέ λευκά σαρακοφαγωμένα μάρμαρα της κουζίνας και πάνω στον παλιό νεροχύτη , ένα κατακαίνουριο πράσινο σαπούνι , απ’ το νησί της Μυτιλήνης . Μοσχοβολούσε λάδι από ευλογημένο λιόδεντρο . Το άρπαξα και πήρα τον ίδιο δρόμο , αντίθετα πια , γυρνώντας προς το σπίτι με το ρόπτρο . Μπορεί και να μην τον πήρα . Μπορεί απλά , να πέταξα απ’ το παράθυρο , απέναντι . Δεν ξέρω . . . . . Ήμουν υπνωτισμένη , μαγεμένη , σαλεμένη εντελώς . Ούτε το δάχτυλο , ούτε τον πόνο , ούτε το πρήξιμο θυμόμουν . Άλλωστε δεν υπήρχαν πια . Μόνο η μέλισσα υπήρχε , που ξεψυχούσε ανάμεσα στους γκρίζους κυβόλιθους της οδού Άνω Χαράδρας . Η μέλισσα και το χαρούμενο πια , το λουσμένο στο φως του Παραδείσου , βλέμμα της Κάστρως , όταν απίθωσα το λιπαρό σαπούνι στο ροζιασμένο της χέρι . . . . Ούτε «ευχαριστώ» , δεν μου είπε η λύκαινα . Το ξέχασε . Τόσο ευτυχισμένη ήταν . . . . . . . . . . .  Την άλλη μέρα , βρήκαν την Κάστρω κρεμασμένη με το καλολαδωμένο σχοινί , από τον πάνω στύλο της εσωτερικής ξύλινης , στριφογυριστής σκάλας του δίπατου σπιτιού τους . Δεν την έκλαψε κανείς . . . . . . . .  …………………………………………………………………………………………..
Οι πρώτες σταγόνες απ’ το κοκτέιλ «βαθύς ύπνος – θάνατος» , κύλησαν μέσα στις φλέβες μου κι ανακατώθηκαν γρήγορα με άλλες σταγόνες , που κουβαλούσαν μνήμες , βιώματα , πόνους , ζωή , καθαρό αέρα , νικοτίνη , παλιές αρρώστιες , αλκοόλ και όλες μαζί , κατρακύλησαν χαρούμενες και γίνανε ένα , σαν να γνωρίζονταν από παλιά . Και οι πρώτες , οι λίγες , έγιναν περισσότερες και περισσότερες και κάτι πηχτό και γλυκό άρχισε να κατεβαίνει ως τα ακροδάχτυλα , κι ο πόνος , – εκείνος της ψυχής , ο πρώτος μουσαφίρης – , άρχισε να νοιώθει παγιδευμένος . Ο καταχθόνιος και σκοτεινός τύραννος αγωνιούσε , το ένοιωθε πως η βασιλεία του τελείωνε , οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν , η αλαζονεία του ξεψυχούσε . Σύρθηκε ως το παράθυρο , το άνοιξε διάπλατα και κίνησε να φύγει . Και έτσι όπως γλιστρούσε προς τα έξω ο δειλός , ο μικρόψυχος , μπουκάρανε απ’ το ανοιχτό παράθυρο , όλα τα πνεύματα , τα ξωτικά , τα φτερωτά δαιμόνια , που με ξεκούρασαν και με ταλάνισαν το ανοιξιάτικο εκείνο απόγευμα , και μέσα σε μια υμνωδία αγγελική , άρχισαν να περνούν και να ξαναπερνούν γρήγορα εμπρός από τα κουρασμένα  κλεισμένα μου μάτια , που μόνον ξωτικά , μπορούσανε πια να ιδούνε . Κι άλλοτε με πλησίαζαν και ξαναπομακρύνονταν , και πέφτανε απ’ τα ουράνια και ξανασηκώνονταν , και λειώνανε μπροστά μου και ξαναγεννιόντουσαν , για να αποδομηθούν και πάλι και να κομματιαστούν σε χίλια θρύψαλα , που σκορπίζονταν γύρω μου σαν χιόνι , σαν τρελός χαρτοπόλεμος , σαν σπίθες από έκρηξη ηφαιστείου .
Όλα , όλα ήταν εκεί . Και η γειτονιά μου , και ο δόκτωρ Κεβορκιάν , και το ρόπτρο το μυριστικό , και η κυρία Φλουδοπούλου , και η Κάστρω με το σαπούνι , και η μέλισσα . . . . η μέλισσα . . . . η μέλισσα . . . . . . . .
…………………………………………………………………………………………..
– Μαμά , μαμά , με τσίμπησε μια μέλισσα . Μαμά πονάω , πού είσαι , γιατί κλείδωσες την πόρτα ; Μαμά , μια μέλισσα . Φοβάμαι μαμά ! Μαμά . . . .
Τι ήταν αυτό ; Κάτι ζωντανό , είχε εισβάλλει , όχι από το παράθυρο μα από την πόρτα του σπιτιού και ξεφώνιζε πονεμένα στον διάδρομο έξω από το κλειδωμένο δωμάτιο . Τα «φτερωτά» , ανατρίχιασαν . Έμειναν σαν παγωμένα .
– Μαμά . . . . .
Ο πεντάχρονος γιος μου ! Ο μικρός μου γιος , ήταν έξω από την πόρτα και με φώναζε ! Κι εγώ , ήμουνα κλειδωμένη μέσα στο δωμάτιο και πάλευα να γίνω «φτερωτό» . Τον είχε τσιμπήσει μια μέλισσα και πονούσε . Και φοβόταν . Κάποιος έπρεπε να τον φροντίσει , να του βάλει αμμωνία , να τον παρηγορήσει , να του στεγνώσει τα δάκρυα . Κι εγώ , παρέα με μια συμμορία μασκαράδων , γύρευα να γίνω ένα με δαύτους , – «φτερωτό» – και να πετάξω μαζί τους . Μακριά κι αγύριστα . . . . . . .
Με μια απότομη κίνηση , πέταξα από το αριστερό μου μπράτσο βελόνες , σωληνάκια και ορούς . Λίγο αίμα , έβρεξε το χέρι μου.  Ξεκλείδωσα την πόρτα , γονάτισα για να με φτάνει και άνοιξα τα χέρια μου . Άφθονα δάκρυα , έβρεξαν την αγκαλιά μου . . . . .  

###########

   * κιβιρτζίκι = σγουρόμαλλο αρνάκι    

———————————————————————-

Αυτο το κειμενο , γραφτηκε απο μενα πριν 20 περιπου χρονια και αποτελει μια αληθινη (ελαφρα παραλλαγμενη «στα σημεια») , ιστορια . Θα ηθελα να την αφιερωσω με ολη μου την αγαπη , στους :

1) Στη μητερα μου (που «εφυγε»πριν 19 χρονια) και να της πω : «Γερναω μαμα , ή μαλλον , προφτασα να γερασω , ακριβως επειδη υπηρξα κι εγω , μανα»

2) Στον σκοτεινο αγαπημενο ποιητη anthrakoryxos και να του πω : «αφησε την την Ελενη να ξαναγυρισει στην παλια σας γειτονια , γιατι η γειτονια των παιδικων μας χρονων ειναι ερωτας …ειναι η μανα μας»

3) Στην Esta που ποναει , γιατι ο Πονος δεν ειναι καλος συμβουλος και να της πω : «Esta γλυκεια μου …η Αυτοχειρία δεν ειναι λυση …Η Συγνώμη ομως , ειναι»

4) Στην Amalia Kalyvinou επειδη βιωσε τον Πονο περισσοτερο απο τον καθενα μας και «χούγιαξε» τον Θανατο και τον αντιπαρηλθε …και θελω να της πω : «….Τι να σου πω βρε Αμαλια……;;;….Ειναι φτωχο το ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ , κι ακομη φτωχοτερο το ΣΥΓΝΩΜΗ……..που ειμαι γιατρος…….Γι’αυτο , σωπαινω , με την ελπιδα πως θα με ….αγνοήσεις».

Καληνύχτα σε ολους σας .



 
17 Σχόλια

Posted by στο Μαΐου 15 , 2007 in διηγήσεις

 

17 responses to “Η ΚΑΣΤΡΩ , ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ ΚΑΙ Η ΜΕΛΙΣΣΑ

  1. esta

    Μαΐου 15 , 2007 at 09:25

    ευχαριστώ πολύ!!!

    με συγκίνησε αυτή η ιστορία…

    όχι δεν έχω πια αυτοκτονικές τάσεις… και παλεύω τη «συγχώρεση»…

    ο Πόνος υπάρχει δίπλα μου… παράλληλη πορεία ακολουθούμε… αλλά … συνεχίζω…

    ευχαριστώ πολύ- πολύ
    🙂

     
  2. imikrimarika

    Μαΐου 15 , 2007 at 10:50

    Ομορφοπλεγμένες οι αναμνήσεις σου με την αγάπη της μάνας και της ζωής που είναι ένα και το αυτό !

     
  3. Γρηγόρης

    Μαΐου 15 , 2007 at 22:29

    είναι φορές που τα λόγια είναι άδεια…

    … άλλα σκέφτομαι πόσο θαυμάσιο είναι που τα δικά σου λόγια συνθλίβουν τις «σκέψεις» και δημιουργουν «φως»…

    απλά αγαπητή Anna-Silia

    υποβάλω τα σέβη μου….

     
  4. hliaxtina

    Μαΐου 16 , 2007 at 15:15

    Ενα παιδί είναι πολύ σοβαρός λόγος όσο δύσκολα και αν είναι τα πράγματα να παλέψεις με νύχια και με δόντια για να είσαι κοντά του όταν και όποτε σε χρειαστεί.

    Η δεν έχω φτάσει ποτέ στα όριά μου
    ή αγαπώ πολύ την ζωή
    ή …
    Δεν έχει περάσει ποτέ από το μυαλό μου να βάλω τέλος οριστικό.
    Μπορέι να είναι και γιατί φοβάμαι τον θάνατο.
    Μπορεί να είναι γιατί είμαι πεισματάρα…
    και δεν το βάζω κατω ούτε στα πολύ δύσκολα
    έχω μάθει να ψάχνω εναλλακτικές….

     
  5. melomenos

    Μαΐου 17 , 2007 at 08:45

    αυτή είναι η ζωή με όλες τις εναλλαγές και τα συναισθήματα της!
    οι περιγραφές σου αποροφούν το μυαλό!
    καλημέρα σου

     
  6. Λυκάων

    Μαΐου 17 , 2007 at 09:29

    Συγκλονιστικό αφήγημα!

    Τόσα νοήματα συμπυκνωμένα, τόσοι συμβολισμοί και φιλοσοφικά ερωτήματα, που κι αν δεν δίνεται η λύση τους ανάβει φάρος για προσέγγιση.

    Δεν θυμάμαι αν έχω διαβάσει ποτέ άλλοτε τόσο δυνατό κείμενο.

    Μπορεί και ποτέ.

     
  7. anthrakoryxos

    Μαΐου 20 , 2007 at 10:26

    Ήθελα να έχω, αρκετό χρόνο και να μπορώ να συγκεντρωθώ, για να διαβάσω αυτό σου το πόνημα, γιατί ήμουν σίγουρος για την ιδιαιτερότητά του και δεν ήθελα να μου ξεφύγει ούτε λέξη.
    Σε κάποια σημεία του, κρατούσα την ανάσα μου, σε κάποια άλλα, μου κοβόταν και το ρούφηξα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του, σαν εκείνη την κρύα βυσσινάδα, που έφτιαχνε η συχωρεμένη γιαγιά μου, και τρέχαμε, χασκογελώντας, βάζοντας στοιχήματα, ποιος θα πρωτοπιεί.
    Το κείμενό σου είναι συγκλονιστικό απο κάθε άποψη.
    Χαίρομαι που η τύχη με έφερε εδώ και μπορώ να σε διαβάζω.
    Κι όσο για την »Ελένη», είναι φτιαγμένη, για να ακολουθεί, τον δικό δρόμο, ότι κι αν της πουν.
    Η επιλογή της »στιγμής» έχει σημασία.
    Κι αυτό ο καθένας, το διαλέγει μόνος του.

    Ευχαριστώ.

     
  8. astrojoggi

    Μαΐου 20 , 2007 at 16:10

    Υπεροχο το κειμενο!
    Μου θυμισες πολλα απο τα χρονια ‘κεινα…
    τα παιδικα μου καλοκαιρια
    στην Μυτιληνη που σχεδον ειχα ξεχασει…
    και σ’ευχαριστω γι’αυτο…

     
  9. silia

    Μαΐου 23 , 2007 at 17:33

    @ Esta
    Μια και ακολουθεις παραλληλη πορεια μαζι του…..σε καποια φαση , οταν βρεθειτε διπλα – δίπλα , χαμογέλα του….
    Κατι τετοια , τον …σκοτώνουν .

    @ imikrimarika
    Μανα και ζωη , ειναι ενα και το αυτο…..Ακριβως….
    Εγω σαν μανα , του εδωσα ζωη . Αυτος (ο μικρος μου γιος), σαν παιδι μου , εγινε αιτια να …μην την χασω (τη ζωη) . Δεν ειναι αληθεια υπεροχο ;

    @ Γρηγορης
    Τα λογια σου , δεν ειναι ποτε …άδεια .

    @ hliaxtina
    Μείνε …έτσι .

    @ Melomenos
    Σ’ευχαριστω καλε μου ποιητη …Για μια φορα ακομη , σ’ευχαριστω .

    @ Λυκάων
    Τί χρειαζεται ταχα ο ανθρωπος (σαν κι εμενα εννοώ) , για να ειναι ευτυχισμενος ; Ενα ….σχολιο του Λυκάωνα ισως ;
    Ίσως….

    @ Anthrakoryxos
    Αμφίδρομη η χαρα….Εκεινη , για την τυχη , που σ’ έφερε εδω
    Οσο για την επιλογη της «στιγμης» ,…επιλεγω η στιγμη της χαρας μου για σημερα , να ειναι η αναγνωση του σχολίου σου .

    @ astrojoggi
    Σ’ευχαριστω …..
    Μια απορια : – Μα , καλα….ξεχνιεται η Μυτιλήνη ;
    Μια παρακληση : Μη με ξεχασεις ….

     
  10. Constantine

    Ιουνίου 3 , 2007 at 06:48

    Amalia, Zeis mesa stis kardies olwn mas. Egraspa to tragoudi auto kai to afierwnw stn mnimi sou. Kalo sou taxidi.
    To tradoudi tis amalias:
    http://www.caravassilis.net/for_amalia.html

     
  11. indictos

    Ιουλίου 21 , 2007 at 19:29

    Εξαιρετικό.
    Το ότι είμαι νέος σχετικά γονιός ήταν ένας λόγος να με αγγίξει περισσότερο.

     
  12. gayprofusion

    Νοέμβριος 15 , 2007 at 08:17

    Θα έπρεπε να είχα διαβάσει το κείμενό σου αυτό πριν από περίπου 7 ή 8 χρόνια αλλά και τώρα που το διάβασα, κατόπιν της πρόσκλησής σου, παραμένει για πάντα επίκαιρο το περιεχόμενό του σε εμένα. Ποτέ ξανά…

     
  13. silia

    Νοέμβριος 18 , 2007 at 10:14

    @ Constantine
    Καλό της ταξίδι ….
    Να μην ξεχαστεί ποτέ ….

    @ indictos
    Νέος ή παλιός (γονιός) , να στέκεσαι πάντα στην …. πρώτη γραμμή .

    @ gayprofusion
    Καλώς ήρθες .
    Ποτέ ξανά …..
    Μείνε εκεί (στο ποτέ ξανά) ….
    Μείνε έτσι .

     
  14. Ελένη M.

    Οκτώβριος 6 , 2008 at 19:31

    Εμπνευσμένο , ιδιαίτερο , έντεχνο , εξαιρετικό ! Συγχαρητήρια κ. Silia .
    Αν έχω καταλάβει καλά αυτά τα πονήματα …θα τα εκδώσεις , τα εκδίδεις ….κάτι πάντως πέρα απ αυτό το χώρο. Γι αυτό το λόγο πιστεύω πως θα σου είναι ευπρόσδεχτη η καλοπροαίρετη κριτική ,οπότε θα σου πω και κάτι πιο συγκεκριμένο …σαν ένας άνθρωπος που ασχολείται με τις τέχνες (οι αρχές της σύνθεσης είναι κάτι κοινό ) αλλά που διαβάζει κιόλας αρκετά .

    Το τέλος αν ήταν κάπως πιο αόριστα δοσμένο …χωρίς την ανάλυση (ο πεντάχρονος γιός μου …έως ….μακριά κι αγύριστα… ) αλά και στο υπόλοιπο… που απομένει …αν δεν γινότανε περιγραφή αλά δινόταν με πιο εσωτερικό τρόπο τα συναισθήματα …. Αν δηλαδή στον αναγνώστη έφτανε ….πως ένας μικρούλης σε χρειάζεται …που ίσως ήταν παιδί σου ….ίσως και όχι … Τότε νομίζω πως θα έβγαινε από την σφαίρα του αυτονόητου και προβλέψιμου (αντίδραση μητέρας ) …θα ήταν η φωνή … της ζωής ! και θ αποχτούσε μεγαλύτερο βάθος .

    Ευχές για ένα δημιουργικό (με όποιο τρόπο ) βράδυ .
    Η δημιουργικότητα προσφέρει την γαλήνη … της αυτοπραγμάτωσης .

     
  15. silia

    Οκτώβριος 10 , 2008 at 00:17

    @ Ελένη M.
    Όχι μόνο ευπρόσδεκτη η καλοπροαίρετη κριτική , αλλά και επιζητούμενη και επιθυμητή και πολυζήτητη . Τι θα μπορούσε περισσότερο να επιθυμήσει κάποιος που ασχολείται με την γραφή , περισσότερο από μια έντιμη κριτική από έναν άνθρωπο που εντρυφεί στις Τέχνες ;
    Διάβασα με πολλή προσοχή αυτό το σχόλιο σου και θα ήθελα να σου ομολογήσω , πως πάντοτε αυτό σκεπτόμουν για το τέλος αυτού του διηγήματος (όντως πρόκειται για διήγημα , που μαζί με κάποια άλλα , σκέφτομαι να εκδόσω) .Ότι δηλαδή , ενώ σε όλο το υπόλοιπο , «κινούμαι» σε μία ατμόσφαιρα υπερβατική μέχρι και σε κατάσταση υπερβολης καμιά φορά , στο τέλος μετατρέπω την διήγηση (προσγειώνοντας την σε μια πραγματικότητα δεδομένη) σε κάτι που μοιάζει σαν ημερολόγιο … σαν μια αναμενόμενη κίνηση …. όμως …
    Όμως η ιστορία , είναι αληθινή … Ντυμένη ίσως με κάποια στολίδια , αλλά … αληθινή . Και είναι μια ιστορία , που μου έκανε φοβερό καλό , όταν αποφάσισα να την γράψω και την έγραψα . Και μάλιστα την εποχή εκείνη , ούτε που μου περνούσε από το μυαλό να τις εκδόσω (τις ιστορίες)
    Όπως και να έχει , σ’ ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου .

     
  16. DaisyCrazy

    Οκτώβριος 4 , 2010 at 17:14

    πως τα καταφέρνεις κάθε φορά με τα κείμενα σου και αγγίζεις τα κατάβαθα της ψυχής μου..

     
    • silia

      Οκτώβριος 4 , 2010 at 18:05

      @ DaisyCrazy
      Είναι που έχεις την διάθεση και την βούληση , να τα διαβάσεις και να ερευνήσεις τα «βάθη» τους .
      Ευχαριστώ για την καλή σου κριτική .

       

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: