RSS

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΚΗΣ (ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ)

15 Νοέ.

Ε όχι λοιπόν , ….. δεν ήμασταν όλοι εκεί …. Κάποιοι λίγοι ήταν …. αυτοί που «άγιασαν» …. Όλοι οι υπόλοιποι , ήμασταν στη ζεστασιά , στην ασφάλεια του σπιτιού μας …. Παρακολουθούσαμε μουδιασμένοι τα τεκταινόμενα , προφασιζόμασταν εμπόδια , αδιαφορούσαμε , κρυβόμασταν , σιωπούσαμε , φοβόμασταν , ανησυχούσαμε , δακρύζαμε , …… αρνιόμασταν ….. Αρνιόμασταν αυτούς που αγαπούσαμε , αυτούς που παραδεχόμασταν , αυτούς που είχαμε για πρότυπα . Αρνιόμασταν …. Πολλές φορές , πριν ο …. αλέκτωρ , λαλήσει τρις …..

Το παρακάτω διήγημα , γράφτηκε (από εμένα) , το 1993 , είκοσι χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου , καληώρα τέτοιες μέρες , όταν κάποιος …. της γενιάς μου , με ρώτησε :

Κι εσύ που τα λες πολλά , για πες μου , τί έκανες γι αυτούς ; …. Εσύ , η …. απ’ έξω …. εσύ που δεν συνελήφθης , που δεν βασανίστηκες , που δεν φυλακίστηκες που δεν κινδύνεψες , αλλά λες ότι τους …. αγαπάς ….. τι έκανες για όλους αυτούς ; ……

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΚΗΣ Ή «…..ΠΡΙΝ Ο ΑΛΕΚΤΩΡ ΛΑΛΗΣΕΙ….»

Ο φίλος μου ο Λάκης , ήταν θεοσεβούμενος και βρωμόστομος . Τώρα , πώς τα συνδύαζε και τα δύο αυτά , απορίας άξιον .
Δηλαδή τώρα που το ξανασκέφτομαι , μπορεί να μην ήταν και τα δύο . Μπορεί να μην ήταν το ένα ,ή το άλλο . Τώρα στην μπερδεμένη μου ωριμότητα , ένα πράγμα μπορώ να ξεκαθαρίσω σαφώς : να πώ ότι δεν ήταν βρωμόστομος . Ναι , αυτό είναι : δεν ήταν βρωμόστομος . Ο φίλος μου ο Λάκης , ήταν ένας θεοσεβούμενος ελεύθερος .
Όπως και νά’χει όμως το θέμα , είχε ένα χαμόγελο , που το ερωτευόσουν από την πρώτη στιγμή . Το ερωτευόσουν , άσχετα με την ηλικία , το φύλο , ή τα βιώματά σου. Ερωτεύθηκα κι εγώ το χαμόγελο εκείνο και ήταν ο έρωτας αυτός , ότι καλύτερο ένοιωσα στη ζωή μου .
Άρχισε να σκαλίζει και να ανακατώνει τον κόσμο μου και να ξύνει και να γδέρνει τον επίπαγο , που είχανε φτιάξει οι γονείς μου και οι γονείς των φίλων μου και το σχολειό μου στην ψυχή μου , από πολύ νωρίς , στα τέλη της δεκαετίας του ‘ 50 στην μικρή μας επαρχιακή πόλη . –Όλες αυτές οι πόλεις εκείνη την εποχή , είχαν το ίδιο όνομα . Λεγόντουσαν «Μήδεια» .

Εποχές και τόποι δύσκολοι , όχι μόνο για τους «Λάκηδες» του κόσμου όλου , μα και για όλους μας .
Σ’αυτόν λοιπόν τον τόπο , αυτήν την εποχή , στην μικρή γειτονιά μας , άρχισε ο έρωτάς μου . Tα βράδια του καλοκαιριού , τα παιδιά της γειτονιάς , μαζευόμασταν στον πλάτανο . Μυρμήγκια τα παιδιά , χαζεύαν κι οι μεγάλοι . Εκεί πάνω σε μια πέτρα , καθότανε ο Λάκης και μας μίλαγε για τον Θεό . Πόσο μου άρεζε να τον ακούω!. . . . . Χανόμουν στην γαλανή αέρινή του όψη . Στα μάτια του , στα μάγουλά του , που μόλις είχαν αρχίσει να χνουδιάζουν , στα αραχνένια δάχτυλά του , που τα κουνούσε ανάλαφρα , καθώς μας μιλούσε για τον Θεό .
Μεγάλος του Λάκη ο Θεός . Ευρύστερνος . Με μια αγκαλιά τεράστια . Όλους τους χωρούσε η αγκαλιά του Θεού . ¨Όλους και όλα . Είχε και ονόματα . Πολλά και διάφορα . Ονόματα που κάτι μας θύμιζαν και κάποτε μας τρόμαζαν . Εμάς τα παιδιά δηλαδή . Οι μεγάλοι γελούσαν .
Το καλοκαίρι τον έλεγε «Ποσειδώνα» κι είχε στα γένια του φύκια . Κι όταν ήθελε να βλαστημήσει ο Λάκης , «Δία» τον ονόμαζε . Κι όταν ερχόταν η Άνοιξη ή το Φθινόπωρο , έμπλεκε και γυναικεία ονόματα . Ερωτικά και γόνιμα . . . . .Κι έβαζε ο Λάκης τον Θεό του , τον Θεό με τα γυναικεία ονόματα , ανάμεσα σε τραγοπόδαρους Πάνες και Σειληνούς και φτερωτούς Έρωτες , να κατρακυλάει γάργαρος και χαρούμενος , μέσα στα αχορτάριαστα ακόμη μονοπάτια της ψυχούλας μας και να μας ευφραίνει .
Πόσο τον αγαπούσε τον Θεό του ο Λάκης ! Όσο κανένας Έλληνας . Όσο όλοι οι Έλληνες μαζί .
Κάποιοι απ’ τους μεγάλους , όπως είπα , γέλαγαν με τον Θεό του Λάκη . Γέλαγε και ο Μοττός ο τσαγκάρης με τα εφτά παιδιά . Ψηλός , σωματώδης , φαλακρός , με κιτρινισμένα αραιά δόντια . Φτώχεια «και των γονέων» . Γέλαγε ο Μοττός ο τσαγκάρης , ο τραμπούκος . (Τότε ακόμη , δεν καταλάβαινα αυτό το «επάγγελμα» . Μόνο το «τσαγκάρης» καταλάβαινα) .
-Έχει και μουστάκια ο Θεός σου . Στάλιν τον λένε . . . . . παλιοκουμμούνι . . . .
Τι εποχή Θεέ μου ! . . . .
-Καλός ο Θεός μα η εποχή που ζούμε δεν μ’ αρέσει , – δήλωνε ο Λάκης .
-Και σε ποια εποχή θά’θελες να ζεις ;
-Στην εποχή των Αγίων .
-Των Αγίων ; Και ποια είναι τούτη ;
-Να . . . . είναι αυτή η εποχή , που θα μπορούσες ν’ αγιάσεις . Να γίνεις Άγιος δηλαδή . Εικόνα στην εκκλησιά , να σε προσκυνούν , να σε λατρεύουν . Να ανάβουν την ψυχούλα τους , κεράκι στ’ όνομά σου . Να περιμένουν από σένα , να ελπίζουν …..
Στην εποχή των Αγίων ήθελε να ζει ο Λάκης , κι εγώ τον φανταζόμουν άγιο , με έναν λευκό χιτώνα πάνω στο αέρινο σώμα του , με γένια ξανθά , με γαλανά μάτια και τα μακριά του μαλλιά κυματιστά στους ώμους . Με ένα φωτοστέφανο , πιο λαμπερό απ’ το πρωτοεμφανισθέν εκείνη την εποχή , «ΝΕΟΝ» – «αγκάθινο στεφάνι» , πείσμωνε ο Λάκης – .
Άγιος ο Λάκης , εικόνισμα κρεμασμένο ψηλά , και το πιο προχωρημένο μου όνειρο , να απαγγείλω μιαν ανοιξιάτικη Παρασκευή , βραδάκι , το « Άσπιλε» , ενώπιόν του .
Και τα καλοκαίρια περνούσαν , και ο πλάτανος δεν άλλαζε , όμως εμείς αλλάζαμε , και τα χνούδια , πάψαμε να τα λέμε έτσι , και στα όνειρά μας , μπήκαν οι γοφοί του Έλβις και το χτένισμα των «σκαθαριών» και το «ΦΛΑΜΙΓΚΟ ΦΛΕΞ» με είκοσι δραχμές . . . .
. . . . Τότε ξαφνικά , το καλοκαίρι του ’67 , ο Λάκης , εξαφανίστηκε .
Κάποιος είπε , πως τον πήρανε . . . στρατιώτη . ‘Άλλος , πως πέρασε στο Πανεπιστήμιο στην Θεσσαλονίκη . Κάπου ακούστηκε πως ήτανε στην φυλακή .
Η πορεία για την αγιοσύνη , ξεκινούσε . Ό,τι και να’γινε , το νερό μπήκε στο αυλάκι του και για την ώρα ο Λάκης ξεχάστηκε και μόνο το χαμόγελό του έμεινε μετέωρο , στο στερέωμα των νεανικών μου ερώτων .
΄Όταν ………………………………
Όταν χτύπησε η πόρτα του υπόγειου διαμερίσματος , τον μόνο που δεν περίμενα να ιδώ , ήταν η κυρα-Ηλέκτρα , η μάνα του .
Καλοκαίρι του ’70 στην Θεσσαλονίκη . Καλοκαίρι γεμάτο κουρνιαχτό . Κουρνιαχτό ,φόβου .
Ζούσαμε πια οικογενειακά , εκεί . Σπούδαζα . Μέναμε σ’ένα υπόγειο διαμέρισμα , που «έβλεπε» σε μεγάλη λεωφόρο , στην αγορά . Κι «έβλεπε» στον δρόμο , με ένα «μάτι» φοβερό , έναν φεγγίτη μακρόστενο , ψηλά στον τοίχο , κοντά στο ταβάνι . Εκεί , τα απογεύματα , κάποιες ώρες πλήξης , στύλωνα το βλέμμα και μετρούσα τα πόδια των περαστικών . Περνούσα την ώρα μου , μετρώντας πόδια . Ύστερα , στο τέλος της ημέρας , τα διαιρούσα δια του δύο και υπολόγιζα πόσοι άνθρωποι είχαν περάσει από εκεί , πάνω από το κεφάλι μου δηλαδή , χωρίς να με πατούνε . Ωστόσο , μερικές φορές , μπλεκόμουνα στο μέτρημα , κι έβγαζα μονό αριθμό ποδιών . Αυτούς λοιπόν τους μονοπόδαρους , τους βάφτιζα με το «έτσι θέλω» , φίλους μου και τους κράταγα , πολύτιμα αποκτήματα , ανάμεσα στην καρδιά και τους γυμνούς τοίχους του υπογείου .
Στο περίγραμμα της εισόδου αυτού του διαμερίσματος , του γεμάτου με τους μονοπόδαρους φίλους μου , αντικρίσαμε , το καλοκαιριάτικο εκείνο μεσημέρι του ’70 την μάνα του Λάκη . Φιγούρα τραγική .
Κάτω απ’ τη γη , στον άλλο κόσμο , ο ποιητής , ο τραγωδός , ρέμβαζε ακουμπώντας απαλά , στην πρύμνη της Αχερόντειας βαρκούλας και αφουγκράζονταν τον φλοίσβο της μουντής λίμνης . Αν μπορούσε να αντικρίσει αυτό , που βλέπανε τα δικά μας μάτια , δεν θα’νοιωθε ευτυχής . Θα’νοιωθε μια απογοήτευση , πώς αυτός , δεν μπόρεσε να οραματισθεί ποτέ , μια τόσο τραγική φιγούρα . Όλο το αρχαίο και σύγχρονο δράμα , κλεισμένο σε ένα βλέμμα . Οι θλιβεροί μονοπόδαροι φίλοι μου , νοιώσανε γελοίοι κι αποτραβήχτηκαν για να περάσει μέσα , αυτό το βλέμμα της πλήρους συντριβής .
Στα χέρια της κρατούσε ένα τενεκεδένιο κατσαρολάκι . Πέρασε μέσα , κάθισε στην άκρη-άκρη της καρέκλας , που της προσφέραμε και μας μίλησε για τον γιο της . Ο Λάκης κρατιόταν εδώ και τρεις ημέρες , στο Τμήμα Μεταγωγών , που βρίσκονταν στη γειτονιά μας . Είχε συλληφθεί με ένα μάτσο προκηρύξεις στη παραλία . Προκηρύξεις , ενάντια στο καθεστώς της Χούντας – «κακές παρέες κυρ Κώστα μου , το παιδί μου είναι αθώο .» – .
Ο πατέρας μου , κουνήθηκε άβολα στην καρέκλα του , η μάνα μου είχε τα μάτια κλειστά και οσφραινόταν κάτι αόρατο στον χώρο , ποτέ δεν κατάλαβα , τι .
– Δεν μ’ αφήνουν να τον ιδώ , τρεις ημέρες ξεροσταλιάζω απ’ έξω . Λένε πως θα του «ρίξουνε» τριάντα χρόνια . . . . Του’φτιαξα και φαγητό , φασολάκια φρέσκα , μα δεν μ’αφήνουν να μπω μέσα . «Δεν θέλει να σε ιδεί» μου λένε . Αν είναι δυνατόν . . . .
Ένοιωσα ένα πανικό να με κυριεύει , όταν γύρισε προς το μέρος μου :
– Πήγαινε εσύ . Μπορεί εσένα να σε θέλει . Πάντα σ’αγαπούσε , ήσουν φίλη του . Εσένα ίσως σε βάλουν μέσα . Είσαι φοιτήτρια , μορφωμένη . Πήγαινέ του το φαγητό . Μπορεί να πεινάει . . .
Ο πανικός , όργωνε την ψυχή μου , με ένα υνί τενεκεδένιο , που είχε την όψη , της μικρής κατσαρόλας , εκείνης , που η κυρα-Ηλέκτρα , ακούμπησε στα ιδρωμένα μου χέρια .
. . . . Έφυγε αθόρυβα και απαλά , σαν το αεράκι , που παίρνει τις ψυχές . . . . Και ήταν προχωρημένο απόγευμα πια .
Ο πατέρας μου σηκώθηκε , ξυρίστηκε αμίλητος , ντύθηκε και μπροστά στην εξώθυρα , γύρισε προς το μέρος μου :

Δεν έχεις να πάς πουθενά . Σπουδάζεις , έχεις μέλλον . Καλά ζαρώσαμε εδώ νά …
Ύστερα έφυγε , χωρίς να χτυπήσει την πόρτα πίσω του . Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος , ποτέ δεν χτυπούσε τίποτα . Μόνο το κεφάλι του χτυπούσε καμμιά φορά στον τοίχο όταν ήταν μονάχος και θαρρούσε πως δεν τον έβλεπε κανείς . . . .
. . . . . Με το τενεκεδάκι στο χέρι , ανηφόρισα προς το Τμήμα Μεταγωγών , ένα τετράγωνο πιο πάνω . Ο δρόμος όλο λακκούβες και σκόνη . Κάτι μαστορεύανε
Βαμμένο με μια μουντή ώχρα , το παλιό διώροφο κτίριο , μου φάνηκε πως ανάσαινε με ελαφρό βογκητό . Ο κάτω όροφος , μεγαλύτερος , τέλειωνε σε μια ταράτσα άφραγη .
Στο κέντρο της , δέσποζαν δύο μεγάλες μηχανές μοτοσικλέτες , καλογυαλισμένες και βιδωμένες με σιδεριές στο τσιμέντο . Πουθενά δεν πήγαιναν έτσι βιδωμένες εκεί . Καμμιά απόσταση δεν μπορούσαν να καλύψουν , κανένα αεράκι να σχίσουν , όταν τις έβαζαν μπρος να μουγκρίζουν . Μόνο να καταπίνουν τον θρήνο και την οιμωγή του ζοφερού κτιρίου μπορούσαν . Οι πρόστυχες . Οι καημένες . . . .

Ζητάς κανέναν ;
Ο φρουρός στην είσοδο , ήταν κοκκινοτρίχης , σπυριάρης ακόμα και απροσδόκητα όμορφος . Μόλις είχε διακόψει ένα ταξίδι ρεμβασμού και νοσταλγίας , στις πλαγιές της ιδιαίτερής του πατρίδας . Του άρεζαν αυτά τα ταξίδια ονειροπόλησης , εκεί , που κάποτε , ήταν ένα «τίποτα » .
Τώρα όμως , ήταν « κάποιος» σε μεγάλη πόλη , φρουρός της πύλης , είχε κι ένα περίστροφο στο δεξιό γοφό , και κάποιο κορίτσι τώρα δα τον κοίταζε σαν κάτι να ήθελε να του πει – ή μήπως του φάνηκε ; τέλος πάντων . – Τερμάτισε λοιπόν απότομα την ρέμβη , και . . .

Ζητάς κανέναν ;
Αλαφιάστηκα . Όλο το κουράγιο μου πήγε περίπατο . Τι γύρευα εγώ εκεί ; Πώς άφησα τη θαλπωρή του υπογείου ; Γιατί ήμουν μόνη , χωρίς τους μονοπόδαρους ; Γιατί παράκουσα τον πατέρα μου ; Ποιος , τέλος πάντων , μπορεί να «πεινάει» μέσα σ’ ένα τόσο ζοφερό μέρος ;

Όχι , κανέναν .
Άρχισα να κατρακυλάω γρήγορα , απ’ το απλό σκιάξιμο , στο δέος , κι απ’ εκεί , στον πανικό .

– Τότε τι κοιτάς ;
. . . . . Τίποτα .
Μου χαμογέλασε . Σαν να πονηρεύτηκε , στον κόσμο του βέβαια πάντα ο κοκκινοτρίχης . Έσυρε αργά το δεξί του χέρι πάνω απ’ τη θήκη του περίστροφου – άσφαιρο ; – κι ύστερα πάνω απ’ το ζορισμένο , στο στενό του παντελόνι , υπογάστριο , – ένσφαιρο – και μου πέταξε μια προστυχιά .
Φιλοψυχώντας , έφυγα σχεδόν τρέχοντας .
Ένα κοκκόρι λάλησε , – πού βρέθηκε κι αυτό ; μη χειρότερα – . Προσπάθησα να θυμηθώ , πώς λέγεται ο κόκκορας στην καθαρεύουσα . Αδύνατον . . . . . .
. . . . . . Αργά το βράδυ , στις εσχατιές της αντοχής και στα πρόθυρα ενός ανήσυχου ύπνου , ένας άφυλος μονοπόδαρος , μου το ψιθύρισε :

Αλέκτωρ .
……………………………………………………..
Χρόνια μετά , καταξιωμένη πολίτις ενός κόσμου ρημαγμένου από την προστυχιά του «μηδέν» ανταμείφθηκα για την συμμετοχή μου στην «αγιοσύνη» του Λάκη . Αξιώθηκαν τα μάτια μου , να ιδούν έναν Άγιο , σε μια εποχή , που όχι μόνο Αγίους δεν μπορούσε να γεννήσει , αλλά ούτε ευκαιρίες , για να συμμετάσχεις σε μια αγιοσύνη , να δώσει .
Τον ξαναείδα , την Άνοιξη του ’92 , στη Θεσσαλονίκη , στη νέα παραλία .
Περπατούσε αργά , πάνω στις λευκές πλάκες , περιβαλλόμενος από μια άλω φωτεινή . Ούτε του μίλησα , ούτε τον πλησίασα , ούτε σταυροκοπήθηκα .
Απόλαυσα απλά την εικόνα .
Χιόνιζαν γύρω του οι λεύκες το απαλό τους χνούδι , ψιχάλιζαν τα μάτια του , κι ένα αεράκι μαγικό έπαιζε με τα μαλλιά του .
Μου χαμογέλασε με ένα χαμόγελο , βυζαντινό . . . . . . .

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

 

 

 
 

20 responses to “Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΚΗΣ (ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ)

  1. stixakias

    Νοέμβριος 16 , 2007 at 08:14

    Δε μπορώ να γράψω κάτι.
    Θέλω απλά να ξέρεις πως το διάβασα…
    Και το ξαναδιάβασα…ξανά και ξανά….

     
  2. An-Lu

    Νοέμβριος 16 , 2007 at 08:51

    Ανατριχιαστικά γλυκόπικρο…

     
  3. Sotiris K.

    Νοέμβριος 16 , 2007 at 10:17

    Πανέμορφη η γραφή ή συγκλονιστικά τα συναισθήματα εξ αντικειμένου;
    Δεν ξέρω.
    Εκείνο που ξέρω είναι ότι, αν δω το αφήγημα σαν μια ιστορία και θελήσω να αξιολογήσω συμπεριφορές, θα χειροκροτούσα την προσπάθειά σου να φτάσεις εκεί.
    Ήθελε δύναμη!!
    Μα θα μου πεις, το κοκόρι; ο αλέκτωρ; η «προδοσία»;
    Ξέρω πολύ καλά τι λέω.
    Μιλάμε για την εποχή της χούντας.
    Μιλάμε για το πώς βίωνε ό,τι βίωνε ένας έφηβος μικροαστικής τάξης και τι είχε να ξεπεράσει, ποια «συρματοπλέγματα» ψυχής για να κάνει την αποκοτιά της υπέρβασης.
    Γιατί το να πας μέχρι την πόρτα της Ασφάλειας, ήθελε τσαγανό.
    Δεν ήταν το ότι εξέθετες τον εαυτό σου σε κίνδυνο, έθετες σε κίνδυνο και ολόκληρη τη ζωή των δικών σου που αγαπούσες.
    Και η εξουσία εκείνης της εποχής δεν αστειευόταν.
    το «.. και τάσκιαζε η φοβέρα..» ήταν κυριολεκτικό.

    Μπορεί στα αυτιά και την καρδιά των ανθρώπων που η ηλικία τους δεν επιτρέπει να έχουν προσωπικά βιώματα, παρά μόνο ακούσματα για την εποχή, να φαντάζει εύκολο να βρεθείς πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου και να φωνάζεις συνειδητά Κάτω η Χούντα.
    Όσοι όμως έχουν γνώση του τι συνέβαινε τότε, γνωρίζουν πολύ καλά πως μόνον εύκολο δεν ήταν. Ούτε ήταν πάντα συνειδητό…
    Γιατί, ας το πούμε αυτό.
    Οι χιλιάδες των ανθρώπων που βρέθηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο και στους γύρω δρόμους εκείνες τις ημέρες, δεν είχαν πάντα συνείδηση του τι έκαναν.
    Μετά προέκυψε ο θαυμασμός και η ας το πούμε έπαρση και σε αρκετές περιπτώσεις δυστυχώς η εξαργύρωση!!!
    Συγνώμη που μακρολόγησα, αλλά καλά θα κάνουν οι αρκετά νεότεροι φίλοι και φίλες που θα μπουν και θα διαβάσουν το διήγημά σου, να ξέρουν πως αν σε κάτι «υστερεί», είναι στο ότι δεν μεταφέρεις ακριβώς τις συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματίστηκαν τα γεγονότα.
    Εσύ και μερικοί τα ξέρεις και τα ξέρετε, οι πολλοί όμως όχι.
    Και ναι, ο Λάκης, αν το κατανοήσουν όλοι θα γίνει ίσως περισσότερο «άγιος», αλλά και οι μικρές ή μεγάλες υπερβάσεις των άλλων θα φανούν στη σωστή τους διάσταση.

     
  4. nerina

    Νοέμβριος 16 , 2007 at 14:01

    – Όλες αυτές οι πόλεις εκείνη την εποχή , είχαν το ίδιο όνομα . Λεγόντουσαν «Μήδεια» . –

    Εγώ πάλι έμεινα σ’ αυτό……

     
  5. vasilis

    Νοέμβριος 16 , 2007 at 18:05

    Πολύ όμορφο και ευαίσθητο κείμενο, για μια εποχή που η αγνότητα της ψυχής περίσσευε και πλημμύριζε. «Αρνιόμασταν» και κάπως έτσι ξεπήδησαν οι φλόγες της ελευθερίας και της δημοκρατίας

     
  6. stratos

    Νοέμβριος 17 , 2007 at 04:43

    υπέροχο μεσ’ τις στιγμές του τότε.

     
  7. adioristos

    Νοέμβριος 17 , 2007 at 22:59

    Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι <> στον κόσμο μας….

     
  8. silia

    Νοέμβριος 18 , 2007 at 15:11

    @ stixakias
    Στιχάκια μου , σ’ευχαριστώ που φροντίζεις να …. κρατάς τα μάτια μου …. βρεγμένα ….

    @ An-Lu
    Έτσι ακριβώς είναι το μείγμα ενοχών – αγάπης – πόνου – μνήμης .

    @ Sotiris K.
    …. Μακάρι …. Μακάρι , η τελευταία πρότασή σου να γίνει πραγματικότητα …. Χωρίς όμως διθυράμβους , κραυγές ενθουσιασμού και …. χειροκροτήματα …. Με ταπεινοφροσύνη … όπως αρμόζει .

     
  9. silia

    Νοέμβριος 18 , 2007 at 16:06

    @ nerina
    Ναι , είναι εντυπωσιακό … Σκοτώναν τα «παιδιά» τους , εις το όνομα των … Παθών τους …
    Τάχα μου όμως , σήμερα , τί γίνεται ;

    @ vasilis
    Είδες πως , από ένα «εξ ορισμού» αρνητικό συναίσθημα , ξεπηδά , κάτι υπέρτατα θετικό : Η Αγιοποίηση ; …. Γιατί τι άλλο από Αγίες , είναι η Ελευθερία και η Δημοκρατία ;

     
  10. silia

    Νοέμβριος 18 , 2007 at 16:10

    @ stratos
    Καλώς ήρθες .
    Σ’ ευχαριστώ για τον καλό σου λόγο .

    @ adioristos
    Αυτό το <>, τι σημαίνει ; Δεν κατάλαβα .
    Καλώς ήρθες στο «σπίτι» μου .

     
  11. mamaloukas

    Νοέμβριος 19 , 2007 at 19:10

    Καλησπέρα, εμένα μου άρεσε όλο το μπλογκ, ειδικά η παλαιά γραφομηχανή. Θα τα ξαναπούμε, χάρηκα που σας γνώρισα…

     
  12. silia

    Μαρτίου 21 , 2008 at 19:02

    @ mamaloukas
    Θα ήθελα κι εγώ να σας γνωρίσω .

     
  13. palioskilo

    Οκτώβριος 3 , 2009 at 14:13

    poly oraio!

     
    • silia

      Οκτώβριος 5 , 2009 at 22:46

      @ palioskilo
      Σ’ ευχαριστώ για τον καλό σου λόγο .
      Δεν έχει σημασία που ήρθες εδώ μετά από πολυ καιρό αφ’ ότου γράφτηκε . Φτάνει που ήρθες .

       
  14. ΑΜΑΝΤΑ

    Αύγουστος 20 , 2010 at 22:24

    Τώρα το διάβασα και εγώ!!!
    Και εκεί απέναντι απ το τμήμα μεταγωγών καθόταν μια θεία μου που μόλις ήρθε απ το χωριό.
    Και ήταν τα πεζοδρόμια γύρω απ το «δημόσιο» αυτό κτίριο, βαμμένα με λουλακι και άσπρο ασβέστη…
    Έτσι τιμούσαν τα ελληνικά χρώματα…

     
    • silia

      Σεπτεμβρίου 2 , 2010 at 21:57

      @ ΑΜΑΝΤΑ
      Όμορφη , πικρή , αγαπημένη Θεσσαλονικιώτικη γειτονιά της νιότης μου …

       
  15. amelinia

    Νοέμβριος 19 , 2010 at 17:26

    αληθινή ιστορία Σίλια μου;
    συγκλονιστική.
    κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα’κανα κι ας το μετάνιωνα μετά. θα φοβόμουν. θέλει θάρρος για να’σαι ήρωας και λίγη τρέλα.

     
  16. silia

    Νοέμβριος 19 , 2010 at 17:40

    @ amelinia
    Αληθινή …
    «Χτενισμένη» , ίσως πάνω σε μια … λογοτεχνική προσπάθεια , αλλά … αληθινή .

     
  17. erimos

    Νοέμβριος 17 , 2011 at 15:52

    Πέρασε ήδη ένας χρόνος που περιπλανώμενος, και εντελώς αρχάριος με
    τα διαδικτύου και τα μπλογκ, και προσπαθώντας να προσπεράσω τις
    αηδίες που πάνω τους έπεφτα, εντελώς τυχαία έπεσα πάνω σου.
    Πρώτη ματιά και… τίτλος «Μια άλλη 17 Νοέμβρη», τον ένοιωσα κάπως σαν ηλεκτρική εκκένωση.
    και να σου πω την αλήθεια, με πολύ επιφύλαξη άρχισα το διάβασμα, που
    να φανταζόμουν τι υπέροχο Άνθρωπο έκρυβε αυτή η ανάρτηση!!!.
    από κει μετά, όσο είχα καιρό, διάβασα πολλές από τις αναρτήσεις σου.
    Εσύ καλή μου Άννα έχεις ανοίξει το μέσα σου, έχεις βγει έξω στη λιακάδα
    και έχεις ξεδιπλώσει το νόημα της ζωής στις ρούγες του κόσμου, και κάθε
    φορά μας λες κατάμουτρα, αν είσαι αγάπη θα με βρεις, αν θες νάχεις αγάπη
    θα με χάσεις.
    και συ Σίλια μου είσαι ατόφια αγάπη,είσαι μέσα σ΄αυτούς που σε σκέπτονται, μέσα σ΄αυτούς που σπάνε τοίχους για να σε βρούν… να βρούν
    το νόημα της ζωής.
    Δεν ξέρω πως τελικά θα καταλήξει η φετινή 17 Νοέμβρη, πάντως, και… δυστυχώς, η «χούντα δεν τελείωσε το 73.»
    αυτό το τελευταίο συχώρα το μου, όμως δεν κατάφερα να το συγκρατήσω
    καλό απόγευμα, νάσαι πάντα καλά, και…
    χαμογέλα.

     
  18. silentcrossing

    Σεπτεμβρίου 25 , 2013 at 11:56

    Καλημέρα αγαπημένη!
    Το διάβασα ξανά και ξανά.
    Τη θέση μου την ξέρεις, ο καθένας παλεύει με όποιο μέσο έχει και μπορεί.
    Απέναντι μου δεν είναι όσοι φοβούνται (κι εγώ φοβάμαι, μερικές φορές πολύ), απέναντι μου είναι αυτοί που προκαλούν το φόβο.
    (σ’ ευχαριστώ που το μοιράστηκες αυτό το βίωμα, από χθες που το πρωτοδιάβασα νιώθω λίγο καλύτερος άνθρωπος…)

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: