RSS

Daily Archives: 25 Ιανουαρίου , 2008

ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ … (Επετειακό)

Αφιερωμένο στους : Argyrenia , Melomenos , par1saktos , τους πρώτους διαδικτυακούς φίλους , που σχολίασαν στο …. νεογέννητο μπλογκ μου , ακριβώς ένα χρόνο πριν από σήμερα …..

Πρόκειται για ένα , από τα πολύ αγαπημένα μου κείμενα .

hand.jpg

Τα παιδικά μου όνειρα , τα στοίχειωνε ο θείος Ευστάθιος . Δηλαδή όχι ολόκληρος , τα χέρια του μόνο . Και ούτε καν και τα δύο . Το ένα . Αυτό που έτρεμε . . . . . .

Ποτέ δεν κατάλαβα , ούτε έμαθα τι λογιώ «θείος» μας ήταν . Ούτε καν ρώτησα ποτέ .

Πάντως , πρέπει να «κρατούσε φλέβα» από το σόι του πατέρα μου κι αυτό το εικάζω , φέρνοντας στο νου την στάση της μάνας μου απέναντι στο «σπιτικό» του θείου Ευστάθιου . Τυπική και απροσήγορη . Παγωμένη . Κι αυτό το «τυπική» , για μένα , σήμαινε , επίσημη επίσκεψη , στις 20 του Σεπτέμβρη – του συνονόματου Αγίου – , τη δεύτερη μέρα του Πάσχα , τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων – η Πρωτοχρονιά , για το έντιμο κατά τα άλλα σπιτικό μας , «έφερνε» προς το παγανιστικό , και την κρατούσαμε για πάρτη μας και μόνο – και την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου , που γιόρταζε η Μαρίκα , η αναποκατάστατη – «άμα πεις τη λέξη , γεροντοκόρη , σε μάδησα» απειλούσε η μάνα μου, κόρη του θείου Ευστάθιου . Κι όταν λέμε «επίσημη επίσκεψη» , αυτό μεταφραζόταν με μια σειρά μαρτυρίων , που ξεκινούσε με στενά λουστρίνια , ατσαλάκωτο βελούδινο φορεματάκι , τα μαλλιά «κοτσίδες» με άσπρους φιόγκους στις άκρες –και νααά ένας φόβος μη με δουν τα αγόρια στη γειτονιά – , συνέχιζε με νουθεσίες και προσταγές , να μην μιλώ και να τρώω ό,τι θα μου προσέφεραν , και έφτανε στο απόγειο με ένα ανατριχιαστικό κρεσέντο , με την υποχρέωση να φιλήσω το χέρι του θείου . Αυτό το χέρι που στοίχειωνε τα όνειρά μου και τά’φτιαχνε εφιάλτες . Αυτό το χέρι που φοβόμουν . Το χέρι , που έτρεμε . . . . …………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

ist2_4582219_businessman_on_mobile_phone.jpg

Τα μεσοκαιρίτικα όνειρά μου , τα στοίχειωνε πάλι ένα χέρι που έτρεμε . Και εδώ που τα λέμε , όχι μόνο το ένα , αλλά και τα δύο . Και ούτε μόνο , αλλά τα στοίχειωνε και ολόκληρος ο ιδιοκτήτης τους . Ο Στάθης . . . . . . . Νεόκοπος συνεργάτης στο γραφείο , γαλαθηνός πιτσιρικάς – ούτε τριαντάρης ακόμη – , σπαθάτος , κατσαρομάλλης κι όμορφος . Ο Στάθης , που

στο πέρασμά του , ξεσήκωνε γαμήλια όνειρα στις νεαρές αναποκατάστατες της Υπηρεσίας , και ανομολόγητες αποθυμιές στις κλιμακτηριακές μαραζωμένες πενηντάρες της . Ο Στάθης και το χέρι του , που έτρεμε ελαφρά , ανεπαίσθητα , όταν το άπλωνε για να μου προσφέρει φωτιά , για το αιώνια μασημένο μου τσιγάρο , από έναν εντελώς ηλίθιο αναπτήρα , σε σχήμα ακέφαλου γυμνού γυναικείου σώματος , με βυζιά να αναβοσβήνουν στο κάθε πάτημα. Ποτέ δεν ήμουν επιρρεπής στην αμαρτία , και το στερέωμα των φαντασιώσεών μου , χλωμό και πενιχρότατο , από πάντα . Όμως , όταν το πρόσεξα , ένα φρικίασμα με κατέλαβε , μια ανερμήνευτη – για εκείνη την ώρα τουλάχιστον – ταραχή . Η προοπτική της αμαρτίας , άρχισε να αχνοφέγγει στον κοντινό μου ορίζοντα και η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος , ήταν που με τρόμαξε και έβαλε το τρεμάμενο χέρι του Στάθη στους απανταχού του εικοσιτετραώρου εφιάλτες μου , να με κυνηγά κραδαίνοντας ερωτικές φαντασιώσεις , στις οποίες ο Στάθης αντί να κρατά στα πανέμορφα ομολογουμένως χέρια του , τον ηλίθιο ακέφαλο αναπτήρα του , κρατούσε το – κακά τα ψέματα – φθαρμένο από τον Πανδαμάτορα Χρόνο , γυμνό , εγκέφαλο (;) σώμα μου . . . . . . .

kapnisma-00.1102100770160.jpg

Κάποτε , με τις μούρες μας , σε απόσταση αναπνοής , μάζεψα όλο το κουράγιο μου και παρατήρησα :

Τρέμει το χέρι σου . . . . . .

Απ ‘ το τσιγάρο είναι . . . . . . .

Αυτό ήταν , που με αποτελείωσε και έκανε την φοβία μου , πανικό .

Ο Στάθης , δεν κάπνιζε . . . . . . . .

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

«Του λόγου συμπεσόντος» , μ’ άλλα λόγια , «εδώ που τα λέμε» δηλαδή , ο καημένος ο θείος Ευστάθιος , ούτε το γνώριζε , αλλά τώρα , είμαι και σίγουρη , ότι ούτε το ήθελε να παίζει τον άχαρο ρόλο του φρικιού σ’ένα καλοντυμένο , καλοχτενισμένο και γενικώς «καθώς πρέπει» κοριτσάκι , που άσχετα για πιο λόγο υποχρεωνόταν , του κρατούσε κατά καιρούς , συντροφιά .

Ήταν όμως , αυτό το αναθεματισμένο το εγκεφαλικό , – «συμφόρηση» , κατά την ιατρομαθή μάνα μου – , που τον είχε καθηλώσει σε εκείνη την εφιαλτική , παλιοκαιρίσια , με ένα εμετικό καφέ χρώμα , μπερζέρα , απαγορεύοντάς του κάθε κίνηση , από την αριστερή μεριά , και μετατρέποντας κάθε προσπάθεια λόγου , σε λυπητερό γαύγισμα , συνοδευόμενο μάλιστα από φοβερούς μορφασμούς απόγνωσης και λύπης . Και σαν επιστέγασμα όλης αυτής της τρομαχτικής αθλιότητας , η καταραμένη «νόσος του Πάρκινσον» , που σαν κακιά μάγισσα κι αφέντρα του δύσμοιρου κορμιού , υποχρέωνε το μοναδικό μέλος του που κινιόταν – το δεξί του χέρι – , σε ένα εφιαλτικό τρεμούλιασμα , κάθε φορά που επιχειρούσε να κάνει κάτι , μ’ αυτό , όπως φέρ’ ειπείν να το απλώσει προς το μέρος μου για να το φιλήσω .

Έτσι αυτή η φοβερή «νόσος του Πάρκινσον» , του θείου Ευστάθιου , έγινε για μένα ο θανάσιμος εχθρός μου , που έπρεπε με κάθε τρόπο να καταπολεμήσω . Και επειδή , οι ιατρικές μου γνώσεις , περιορίζονταν σε κάτι αναιμικά και αόριστα , όπως , «αμυγδαλίτιδα», «βεντούζες» , «αβιταμίνωση» , σκέφτηκα να αγωνιστώ , να πολεμήσω , με ό,τι θεμιτό κι αθέμιτο μέσο ή όπλο διέθετα , ενάντια στο χέρι που έντυνε με εφιαλτικές αρμάτες τα παιδικά μου όνειρα . Το χέρι του θείου Ευστάθιου . Το χέρι που έτρεμε . . . . . . .

Τουλάχιστον , αν εξαφανιζόταν , – γιατί το να πάψει να απλώνεται μπρος στη φρεσκοπλυμένη μου μούρη , «προς άγραν» του φιλιού μου , αυτό αποκλειόταν – . Αν εξαφανιζόταν από της γης το πρόσωπο . . . . . . .

35922608_4d8ac60fb1.jpg

. . . . . . . Αλλά τι είναι αυτό , που μπορεί να εξαφανίσει ένα χέρι ;

Πήρα την απάντησή μου , σχετικά γρήγορα .

…………………………………………………………………………

Η μοιραία εκείνη και σημαδιακή επίσκεψη στο σπίτι του θείου , δεν είχε καμία σχέση με τις κοινότυπες , κλασσικές και συνηθισμένες επισκέψεις . ΄Ήταν μια έκτακτη , παράτυπη , «εκτός πρωτοκόλλου» που λένε , βίζιτα , που ποτέ δεν έμαθα κι ούτε κατάλαβα , γιατί έγινε . Μάλλον ήταν δουλειά του Πεπρωμένου , επιταγή και «δάκτυλος» μιας έξωθεν των τετριμμένων της ζωής ειμαρμένης , βούληση ίσως , κάποιων αρχαίων κοριτσιών , Λάχεσις και Κλωθώ και Άτροπος τα ονόματά τους .

Πάντως , η μάνα μου , δεν είχε το συνηθισμένο, της επίσκεψης ύφος , – είχε φορέσει μια θωριά εξωραϊσμένης μνησικακίας , κάτι σαν , «εδώ σας έχω πουλάκια μου….» – , δεν βιαζόταν ιδιαίτερα – «όποιος έχει ανάγκη , περιμένει» , μου φάνηκε ότι σε κάποια στιγμή μουρμούρισε – , ούτε επέμεινε στην άποψή της «οι κοτσίδες είναι πιο αξιοπρεπείς και προσδίδουν αίγλη» , – ωστόσο μου σαπούνισε με πράσινο σαπούνι την μούρη , τρίβοντάς την , αποφλοιώνοντάς την δηλαδή , με ένα τρίχινο γάντι – . Όσον αφορά τις διάφορες νουθεσίες , περιορίστηκε στο να μου δώσει μια χαλαρή ορμήνεια , του είδους , « Θα κάνεις για λίγο παρέα στον θείο Ευστάθιο .Φρόνιμα» , κι αυτό , λίγο πριν φθάσουμε στην είσοδο του παλιού αρχοντικού . Η είσοδος . . . . Τι άλλο , από εφιαλτική . Δέσποζε πάνω σε ένα πλατύσκαλο , – τρία κεφάλια πάνω απ’ το μπόι μου – , με δύο πέτρινες σκάλες των έξι βαθμίδων εκατέρωθεν , δεξιά δηλαδή κι αριστερά . Έξι σκαλοπάτια δεξιά , για να φθάνεις , κι έξι αριστερά για να φεύγεις . Νόμος άγραφος , όρος απαράβατος . Έτσι είναι αυτά τα πράγματα . . . . Ωστόσο , εκείνο το μουντό και παγωμένο χειμωνιάτικο απόβραδο , αποτολμώντας μια προκλητική ξετσιπωσιά , μάνα και κόρη , ανεβήκαμε από τα αριστερά . . . . . . . . . . . . ……………………………………………………………………………

————————-> Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι    ΑΥΡΙΟ <——–

————————-> ΤΟ ΠΟΛΥ …. ΜΕΘΑΥΡΙΟ <————-