RSS

ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ … (Επετειακό)

25 Ιαν.

Αφιερωμένο στους : Argyrenia , Melomenos , par1saktos , τους πρώτους διαδικτυακούς φίλους , που σχολίασαν στο …. νεογέννητο μπλογκ μου , ακριβώς ένα χρόνο πριν από σήμερα …..

Πρόκειται για ένα , από τα πολύ αγαπημένα μου κείμενα .

hand.jpg

Τα παιδικά μου όνειρα , τα στοίχειωνε ο θείος Ευστάθιος . Δηλαδή όχι ολόκληρος , τα χέρια του μόνο . Και ούτε καν και τα δύο . Το ένα . Αυτό που έτρεμε . . . . . .

Ποτέ δεν κατάλαβα , ούτε έμαθα τι λογιώ «θείος» μας ήταν . Ούτε καν ρώτησα ποτέ .

Πάντως , πρέπει να «κρατούσε φλέβα» από το σόι του πατέρα μου κι αυτό το εικάζω , φέρνοντας στο νου την στάση της μάνας μου απέναντι στο «σπιτικό» του θείου Ευστάθιου . Τυπική και απροσήγορη . Παγωμένη . Κι αυτό το «τυπική» , για μένα , σήμαινε , επίσημη επίσκεψη , στις 20 του Σεπτέμβρη – του συνονόματου Αγίου – , τη δεύτερη μέρα του Πάσχα , τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων – η Πρωτοχρονιά , για το έντιμο κατά τα άλλα σπιτικό μας , «έφερνε» προς το παγανιστικό , και την κρατούσαμε για πάρτη μας και μόνο – και την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου , που γιόρταζε η Μαρίκα , η αναποκατάστατη – «άμα πεις τη λέξη , γεροντοκόρη , σε μάδησα» απειλούσε η μάνα μου, κόρη του θείου Ευστάθιου . Κι όταν λέμε «επίσημη επίσκεψη» , αυτό μεταφραζόταν με μια σειρά μαρτυρίων , που ξεκινούσε με στενά λουστρίνια , ατσαλάκωτο βελούδινο φορεματάκι , τα μαλλιά «κοτσίδες» με άσπρους φιόγκους στις άκρες –και νααά ένας φόβος μη με δουν τα αγόρια στη γειτονιά – , συνέχιζε με νουθεσίες και προσταγές , να μην μιλώ και να τρώω ό,τι θα μου προσέφεραν , και έφτανε στο απόγειο με ένα ανατριχιαστικό κρεσέντο , με την υποχρέωση να φιλήσω το χέρι του θείου . Αυτό το χέρι που στοίχειωνε τα όνειρά μου και τά’φτιαχνε εφιάλτες . Αυτό το χέρι που φοβόμουν . Το χέρι , που έτρεμε . . . . …………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

ist2_4582219_businessman_on_mobile_phone.jpg

Τα μεσοκαιρίτικα όνειρά μου , τα στοίχειωνε πάλι ένα χέρι που έτρεμε . Και εδώ που τα λέμε , όχι μόνο το ένα , αλλά και τα δύο . Και ούτε μόνο , αλλά τα στοίχειωνε και ολόκληρος ο ιδιοκτήτης τους . Ο Στάθης . . . . . . . Νεόκοπος συνεργάτης στο γραφείο , γαλαθηνός πιτσιρικάς – ούτε τριαντάρης ακόμη – , σπαθάτος , κατσαρομάλλης κι όμορφος . Ο Στάθης , που

στο πέρασμά του , ξεσήκωνε γαμήλια όνειρα στις νεαρές αναποκατάστατες της Υπηρεσίας , και ανομολόγητες αποθυμιές στις κλιμακτηριακές μαραζωμένες πενηντάρες της . Ο Στάθης και το χέρι του , που έτρεμε ελαφρά , ανεπαίσθητα , όταν το άπλωνε για να μου προσφέρει φωτιά , για το αιώνια μασημένο μου τσιγάρο , από έναν εντελώς ηλίθιο αναπτήρα , σε σχήμα ακέφαλου γυμνού γυναικείου σώματος , με βυζιά να αναβοσβήνουν στο κάθε πάτημα. Ποτέ δεν ήμουν επιρρεπής στην αμαρτία , και το στερέωμα των φαντασιώσεών μου , χλωμό και πενιχρότατο , από πάντα . Όμως , όταν το πρόσεξα , ένα φρικίασμα με κατέλαβε , μια ανερμήνευτη – για εκείνη την ώρα τουλάχιστον – ταραχή . Η προοπτική της αμαρτίας , άρχισε να αχνοφέγγει στον κοντινό μου ορίζοντα και η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος , ήταν που με τρόμαξε και έβαλε το τρεμάμενο χέρι του Στάθη στους απανταχού του εικοσιτετραώρου εφιάλτες μου , να με κυνηγά κραδαίνοντας ερωτικές φαντασιώσεις , στις οποίες ο Στάθης αντί να κρατά στα πανέμορφα ομολογουμένως χέρια του , τον ηλίθιο ακέφαλο αναπτήρα του , κρατούσε το – κακά τα ψέματα – φθαρμένο από τον Πανδαμάτορα Χρόνο , γυμνό , εγκέφαλο (;) σώμα μου . . . . . . .

kapnisma-00.1102100770160.jpg

Κάποτε , με τις μούρες μας , σε απόσταση αναπνοής , μάζεψα όλο το κουράγιο μου και παρατήρησα :

Τρέμει το χέρι σου . . . . . .

Απ ‘ το τσιγάρο είναι . . . . . . .

Αυτό ήταν , που με αποτελείωσε και έκανε την φοβία μου , πανικό .

Ο Στάθης , δεν κάπνιζε . . . . . . . .

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

«Του λόγου συμπεσόντος» , μ’ άλλα λόγια , «εδώ που τα λέμε» δηλαδή , ο καημένος ο θείος Ευστάθιος , ούτε το γνώριζε , αλλά τώρα , είμαι και σίγουρη , ότι ούτε το ήθελε να παίζει τον άχαρο ρόλο του φρικιού σ’ένα καλοντυμένο , καλοχτενισμένο και γενικώς «καθώς πρέπει» κοριτσάκι , που άσχετα για πιο λόγο υποχρεωνόταν , του κρατούσε κατά καιρούς , συντροφιά .

Ήταν όμως , αυτό το αναθεματισμένο το εγκεφαλικό , – «συμφόρηση» , κατά την ιατρομαθή μάνα μου – , που τον είχε καθηλώσει σε εκείνη την εφιαλτική , παλιοκαιρίσια , με ένα εμετικό καφέ χρώμα , μπερζέρα , απαγορεύοντάς του κάθε κίνηση , από την αριστερή μεριά , και μετατρέποντας κάθε προσπάθεια λόγου , σε λυπητερό γαύγισμα , συνοδευόμενο μάλιστα από φοβερούς μορφασμούς απόγνωσης και λύπης . Και σαν επιστέγασμα όλης αυτής της τρομαχτικής αθλιότητας , η καταραμένη «νόσος του Πάρκινσον» , που σαν κακιά μάγισσα κι αφέντρα του δύσμοιρου κορμιού , υποχρέωνε το μοναδικό μέλος του που κινιόταν – το δεξί του χέρι – , σε ένα εφιαλτικό τρεμούλιασμα , κάθε φορά που επιχειρούσε να κάνει κάτι , μ’ αυτό , όπως φέρ’ ειπείν να το απλώσει προς το μέρος μου για να το φιλήσω .

Έτσι αυτή η φοβερή «νόσος του Πάρκινσον» , του θείου Ευστάθιου , έγινε για μένα ο θανάσιμος εχθρός μου , που έπρεπε με κάθε τρόπο να καταπολεμήσω . Και επειδή , οι ιατρικές μου γνώσεις , περιορίζονταν σε κάτι αναιμικά και αόριστα , όπως , «αμυγδαλίτιδα», «βεντούζες» , «αβιταμίνωση» , σκέφτηκα να αγωνιστώ , να πολεμήσω , με ό,τι θεμιτό κι αθέμιτο μέσο ή όπλο διέθετα , ενάντια στο χέρι που έντυνε με εφιαλτικές αρμάτες τα παιδικά μου όνειρα . Το χέρι του θείου Ευστάθιου . Το χέρι που έτρεμε . . . . . . .

Τουλάχιστον , αν εξαφανιζόταν , – γιατί το να πάψει να απλώνεται μπρος στη φρεσκοπλυμένη μου μούρη , «προς άγραν» του φιλιού μου , αυτό αποκλειόταν – . Αν εξαφανιζόταν από της γης το πρόσωπο . . . . . . .

35922608_4d8ac60fb1.jpg

. . . . . . . Αλλά τι είναι αυτό , που μπορεί να εξαφανίσει ένα χέρι ;

Πήρα την απάντησή μου , σχετικά γρήγορα .

…………………………………………………………………………

Η μοιραία εκείνη και σημαδιακή επίσκεψη στο σπίτι του θείου , δεν είχε καμία σχέση με τις κοινότυπες , κλασσικές και συνηθισμένες επισκέψεις . ΄Ήταν μια έκτακτη , παράτυπη , «εκτός πρωτοκόλλου» που λένε , βίζιτα , που ποτέ δεν έμαθα κι ούτε κατάλαβα , γιατί έγινε . Μάλλον ήταν δουλειά του Πεπρωμένου , επιταγή και «δάκτυλος» μιας έξωθεν των τετριμμένων της ζωής ειμαρμένης , βούληση ίσως , κάποιων αρχαίων κοριτσιών , Λάχεσις και Κλωθώ και Άτροπος τα ονόματά τους .

Πάντως , η μάνα μου , δεν είχε το συνηθισμένο, της επίσκεψης ύφος , – είχε φορέσει μια θωριά εξωραϊσμένης μνησικακίας , κάτι σαν , «εδώ σας έχω πουλάκια μου….» – , δεν βιαζόταν ιδιαίτερα – «όποιος έχει ανάγκη , περιμένει» , μου φάνηκε ότι σε κάποια στιγμή μουρμούρισε – , ούτε επέμεινε στην άποψή της «οι κοτσίδες είναι πιο αξιοπρεπείς και προσδίδουν αίγλη» , – ωστόσο μου σαπούνισε με πράσινο σαπούνι την μούρη , τρίβοντάς την , αποφλοιώνοντάς την δηλαδή , με ένα τρίχινο γάντι – . Όσον αφορά τις διάφορες νουθεσίες , περιορίστηκε στο να μου δώσει μια χαλαρή ορμήνεια , του είδους , « Θα κάνεις για λίγο παρέα στον θείο Ευστάθιο .Φρόνιμα» , κι αυτό , λίγο πριν φθάσουμε στην είσοδο του παλιού αρχοντικού . Η είσοδος . . . . Τι άλλο , από εφιαλτική . Δέσποζε πάνω σε ένα πλατύσκαλο , – τρία κεφάλια πάνω απ’ το μπόι μου – , με δύο πέτρινες σκάλες των έξι βαθμίδων εκατέρωθεν , δεξιά δηλαδή κι αριστερά . Έξι σκαλοπάτια δεξιά , για να φθάνεις , κι έξι αριστερά για να φεύγεις . Νόμος άγραφος , όρος απαράβατος . Έτσι είναι αυτά τα πράγματα . . . . Ωστόσο , εκείνο το μουντό και παγωμένο χειμωνιάτικο απόβραδο , αποτολμώντας μια προκλητική ξετσιπωσιά , μάνα και κόρη , ανεβήκαμε από τα αριστερά . . . . . . . . . . . . ……………………………………………………………………………

————————-> Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι    ΑΥΡΙΟ <——–

————————-> ΤΟ ΠΟΛΥ …. ΜΕΘΑΥΡΙΟ <————-

 

8 responses to “ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ … (Επετειακό)

  1. Allu Fun Marx

    Ιανουαρίου 25 , 2008 at 22:50

    Kι εσύ Μπλογκο-γενέθλια;
    Και το elafini έχει επίσης…
    Ευτυχώς που δεν παχαίνουν οι μπλογκο-τούρτες…

     
  2. mamma

    Ιανουαρίου 25 , 2008 at 23:04

    Τα κεράκια πότε θα τα σβήσετε;

     
  3. silia

    Ιανουαρίου 25 , 2008 at 23:38

    @ Allu Fun Marx
    Eυχαριστώ , που μου το θύμισες και της ευχήθηκα .
    Ο Γενάρης φαίνεται το έχει , .. να ξεκινούν πολλά μπλογκ .

    @ mamma
    Αύριο ή το πολύ μεθαύριο , με την δημοσίευση και της συνέχειας του «επετειακού» μου κειμένου : «ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ» .

     
  4. Sotiris K.

    Ιανουαρίου 25 , 2008 at 23:44

    Να τα φτάσεις όσα θέλεις και έχεις διάθεση…
    Και τα κείμενα και τα χρόνια που θα γράφεις..

     
  5. γητευτρια

    Ιανουαρίου 26 , 2008 at 01:05

    Να τα χιλιάσεις τα ποστ καλή μου! Και να χαιρόμαστε την όμορφη γραφή σου! Αυτές τις περιγραφές που μας ταξιδεύουν και μας κάνουν να χαμογελάμε από τρυφεράδα και νοσταλγία… για αισθήματα που σήμερα μοιάζουν ξεχασμένα!

    Πολλά φιλιά!

    ΥΓ. Υπολογίζοντας πως κάνεις περίπου 100 ποστ το χρόνο, για να φτάσεις τα 1000, σε έχουμε εξασφαλίσει για τα επόμενα 10 χρόνια! 😉

     
  6. par1saktos

    Ιανουαρίου 26 , 2008 at 17:56

    Χρονια σου πολλα!Να τα εκατοστησεις τα μπλογκοχρονια σου και να εισαι παντα χαρουμενη! Περιμενω την συνεχεια της ιστοριας σου!

     
  7. par1saktos

    Ιανουαρίου 26 , 2008 at 18:00

    Α! Και ευχαριστω για την αφιερωση! 😉

     
  8. silia

    Ιανουαρίου 27 , 2008 at 13:17

    @ Sotiris K.
    @ γητευτρια
    @ par1saktos
    Ευχαριστώ για τις ευχές σας , και αντεύχομαι τα … καλύτερα .

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: