RSS

Daily Archives: 26 Ιανουαρίου , 2008

Η συνέχεια στο : «ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ»

Aπό το προηγούμενο , ήδη , «γνωρίσαμε» τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας . Εκτός από την … αφεντιά μου , ο … γηραιός θείος Ευστάθιος από το … μακρυνό παρελθόν μου με το «φοβερό» τρεμάμενο χέρι του , που ορκίστηκα να … εξαφανίσω και ο νεαρός ευειδής Στάθης από το … μπερδεμένο ώριμο παρόν μου , να … «απειλεί» με το επίσης τρεμάμενο χέρι του (από άλλη βέβαια αιτία) , την …. ετοιμόρροπη κλιμακτηριακή (τέλος πάντων , …λέμε τώρα…) , ηθική μου ….
Και επειδή όταν …. επιθυμείς διακαώς κάτι , όλα συνομωτούν για να … το καταφέρεις … [Μ’ ακούς Στιχάκια 😉 ] … διαβάστε την συνέχεια
……………………………………………………………………………………….

Με «συνοπτικές διαδικασίες» , με έμπασαν στην κάμαρη , όπου κατοικοέδρευε – ίσως κι από γεννησιμιού του – , το «ζόμπι» .

Εμείς θα λείψουμε για λίγο . Φρόνιμα .

Το «φρόνιμα» , ήταν το στερεότυπο μοτίβο , που έκλεινε κάθε κουβέντα , εκεί μέσα . Το είχα συνηθίσει και δεν του έδινα πια καμιά σημασία . . . .

Το δωμάτιο φωτίζονταν , από ένα μπρούντζινο μονόφωτο εδάφους , δίπλα στην πολυθρόνα , με μακριά πολύχρωμα γυαλάκια γύρω από την λάμπα , που καμπάνιζαν ένα μουσικό ήχο , κάθε φορά , που περνούσε ένα θρόισμα ανάμεσά τους . ssl11401.jpg Η ζέστη , σου έφερνε μια ελαφριά αναγούλα . Εκτός από την πανέμορφη θερμάστρα , την ντυμένη με πράσινη πορσελάνη , που πύρωνε στη μέση του χώρου , ένα μεγάλο μαγκάλι , με μπόλικη ζωηρή θράκα , κολλημένο θαρρείς πάνω στον σακατεμένο γέροντα , πολεμούσε να τον κρατήσει ζεστό , – μην τον περάσει κανείς για λείψανο και κάνει καμιά κουτουράδα – .

Ένα βιαστικό υπόκωφο ποδοβολητό , πνιχτοί ψίθυροι στον διάδρομο , θροΐσματα από πανωφόρια , ο γδούπος της εξώθυρας κι ύστερα η απόλυτη ησυχία . Μια λιπαρή γαλήνη .

Αναμετρήθηκα με το θηρίο. Έμοιαζε να κοιμάται . Σιγοσφύριξα , και δεν σπάραξε . Πλησίασα λίγο ακόμα και τον κοίταξα , γέρνοντας επικίνδυνα το κεφάλι στα πλάγια . Τίποτα . Χτύπησα με κρότο τα χέρια μου και πλατάγισα με έναν τόνο προστυχιάς τη γλώσσα μου, αλλά όλα πήγαν στον βρόντο . Άρχισα να βαριέμαι . Γύρισα «νώτα» στον εχθρό μου και άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί γύρω . Όλα ήταν ίδια , από – έτσι πίστευα – την εποχή της δημιουργίας του Σύμπαντος , και ίδια θα έμεναν , μέχρι την συντέλεια του Κόσμου . Όλα ίδια , η πορσελάνινη θερμάστρα , το φωτιστικό με τα κρεμάμενα γυαλάκια , το απροσδιορίστων χρωμάτων και σχημάτων χαλί , ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι , σκεπασμένο με πυκνοπλεγμένη δαντέλα και χιλιάδες μινιατούρες επάνω του , κοντά στο παράθυρο . . . . . . . . Όπα ! . . . . Εδώ έχουμε κάτι καινούριο να φιγουράρει , πάνω στο τραπεζάκι μουσείο . Πλησίασα , ακροπατώντας . Μια κασετίνα πολυτελείας , ντυμένη με κόκκινο βελούδο , και μια «γλώσσα» – ταινία – , από μαύρο μετάξι , που με προκαλούσε να την ανοίξω . Τη στιγμή , που άπλωνα το χέρι μου για να την αγγίξω , κάτι πυρωμένο κι οξύαιχμο , καρφώθηκε ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου . Γύρισα το κεφάλι μου αργά προς τα πίσω και το άκουσα να τρίζει στους αρμούς του . Ήταν το βλέμμα του θείου Ευστάθιου . Το τελώνιο , με κοίταζε . Κάτι , το είχε αφυπνίσει και με κοίταζε . Μου φάνηκε πως είδα και μια σπίθα λαχτάρας ν’αστράφτει προς το μέρος του , όμως η νοσηρή μου περιέργεια , με έκανε να αδιαφορήσω για όλα ετούτα και να επικεντρώσω όλη μου την προσοχή στο άνοιγμα της κασετίνας . Άκρα ευφροσύνη κι απόλαυση μου προκάλεσε ο μαλακός τρόπος που άνοιξε το βελούδο . Κοίταξα μαγεμένη το εσωτερικό του . Γεμάτο με λεπτά , λευκά τσιγάρα από μυρωμένο , γιαβάσικο καπνό , με χρυσό επιστόμιο και χρυσά καλλιγραφικά γράμματα πάνω στο καθένα : «ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ» . . .

ist2_5097919_beauty_face.jpg

. . . Η μαγεία διακόπηκε από τον καμπανιστό ήχο που βγάλανε τα γυαλάκια του φωτιστικού καθώς ρίγησαν . Ούτε αεράκι είχε φυσήξει , ούτε ξένο πνεύμα αερικό , είχε μπει στο δωμάτιο , απλά ο γέροντας είχε αναστενάξει βαθιά . Τον κοίταξα απορημένη , με κοίταξε με ένταση και ξαναναστέναξε με βρυχηθμό . Τα γυαλάκια , τρελάθηκαν . Και τότε , κατάλαβα . Ο θείος , ήθελε να φουμάρει . Ήταν η ευκαιρία του . Λείπανε όλοι , κι αυτό το καλόβολο κοριτσάκι , κρατούσε τον θησαυρό στα χέρια του . Αρκεί να ήθελε . . . . . Κούνησα αδιάφορα τους ώμους , σαν κάποιος να μου μιλούσε . Στο κάτω της Γραφής , τι μ’ έκοφτε εμένα ; . . . . Με αργές , τελετουργικές κινήσεις , πήρα ένα τσιγάρο , ακούμπησα την κασετίνα στη θέση της και την έκλεισα , οριστικά και αμετάκλητα , σβήνοντας έτσι κάθε στοιχείο της αμαρτωλής μου περιέργειας . Έβαλα το τσιγάρο στο στόμα , πλησίασα τον σκανδαλισμένο γέροντα και με μια θεατρινίστικη κίνηση , πήρα με την περίτεχνη σιδερένια μασιά , ένα αναμμένο κάρβουνο από το διπλανό του μαγκάλι και το άναψα ρουφώντας βαθιά τον καπνό . – Έχω γεράσει , σχεδόν , κι ακόμα δεν κατάλαβα , πώς δεν πνίγηκα από εκείνο το παρθενικό μου ντουμάνιασμα – . Μετά , με μια πρωτόγνωρη τρυφερότητα , το έβαλα προσεχτικά στα χείλια του θείου Ευστάθιου .

ist2_5162838_smoking_is_bad.jpg

Αγαλλίασε η ψυχούλα του γέροντα . Ρούφηξε τον καπνό , έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα με το μοναδικό κινούμενό του χέρι και τον ξαμόλησε με ορμή στον χώρο . Τα γυαλάκια ορχήστρα , παίξανε το γνωστό μουσικό τους κομμάτι , ανάμεσα σε λωρίδες γαλάζιου καπνού . . . . . . Και τότε ήταν , που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την ύπαρξη του άσπονδου εχθρού μου . . . . . Η μεγάλη απόλαυση ίσως ήταν , ίσως και όχι , που έλυσε τα δάχτυλα , και το τσιγάρο , έπεσε μέσα στο μαγκάλι . Ο θείος Ευστάθιος , έκανε την απερίσκεφτη , αντανακλαστική και μοιραία κίνηση . Έχωσε το χέρι θεριό , μέσα στην αναμμένη θράκα . Η «νόσος του Πάρκινσον» , στάθηκε ανέλπιστος σύμμαχος , στο πλευρό μου . Το χέρι , άρχισε να τρέμει ζωηρά , ξεσηκώνοντας και σκορπίζοντας ολόγυρα στάχτες και τσίκνα τσιτσιρισμένης σάρκας . Αδύνατον να το τραβήξει από εκεί . Ο εχθρός μου , σαν μεσαιωνική μάγισσα , κάηκε ολοσχερώς . . . . .

efstathios.jpg

Ώρα μετά , μας βρήκαν και τους δύο , λιπόθυμους , μέσα σε μια ατμόσφαιρα μακελειού . . . . . . .

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Εδώ που τα λέμε , δεν ήταν το χέρι του Στάθη , που φοβόμουν , ούτε καν ο ίδιος ο Στάθης . Τον εαυτό μου φοβόμουν . Τον εαυτό μου , που ναι μεν δεν ήταν επιρρεπής στην αμαρτία , όμως , ήταν ιδιαίτερα ανασφαλής , ευπρόσβλητος , ευάλωτος και ενδοτικός στις εμμονές και πιέσεις των άλλων . Και μάλιστα , στις πιέσεις αυτού του είδους . Του είδους , που λέγεται , «σε θέλω» , «σε ποθώ» , «σε χρειάζομαι» . Ίσως πάλι , να φοβόμουν την ίδια , αυτή καθαυτή την αμαρτία . Την αμαρτία και τις συνέπειές της . . . . . Δεν είμαι σίγουρη . Πάντως , φοβόμουν . Έτσι λοιπόν , κατασκευάζοντας μια προστατευτική ανακολουθία , έπεισα τον εαυτό μου , ότι φοβόμουν το χέρι του Στάθη . Το χέρι , που έτρεμε . Το χέρι , που σε κάποια κορύφωση του πανικού , « – Τρέμει το χέρι σου . . . . . – Απ ‘ το τσιγάρο είναι . . . . .» . . . . . ορκίστηκα να . . . . . εξαφανίσω .

Τι στην ευχή . Στο κάτω κάτω της Γραφής . . . . δεν ήμουνα πρωτάρα κι άβγαλτη . Αντίθετα , ήμουν έμπειρη και απόλυτα εξοικειωμένη με το αντικείμενο . Είχα πάρει το «βάπτισμα του πυρός» , ένα παγερό χειμωνιάτικο απόβραδο , κλεισμένη στο δωμάτιο κολαστήριο , του θείου Ευστάθιου . . . . .

ist2_4470299_new_resources.jpg

Αχ , Στάθη , Στάθη . Στάθη κατσαρομάλλη και ευειδή , με τα πανέμορφα τρεμάμενα χέρια σου , τον ηλίθιο αναπτήρα σου και τα τραγανά σου νιάτα , που τα περιφέρεις όλα αφρόντιστα και απερίσκεφτα , χωρίς να νοιάζεσαι για τους πανικούς που προκαλείς , αλλά και χωρίς να ψυλλιάζεσαι , τι σου μέλλεται απ ‘ την στιγμή , που αποφάσισα να παλέψω με τους φόβους μου . Αρκεί να έχω την υπομονή να περιμένω , κι εσύ την αφέλεια να επιμένεις .

Ήδη , κάτι ξεκίνησε . . . . . .

Τρέμει το χέρι σου .

Απ ‘ το τσιγάρο είναι .

Απ ‘ το τσιγάρο , λοιπόν . . . . Δώσε μου τότε κι εμένα ένα μυρωδάτο ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ . . . . . . .

Τότε ήταν , που με κοίταξες με μια τόσο ειλικρινή και απονήρευτη απορία , που σχεδόν , σε λυπήθηκα . . . . .

kiretsil.jpg

Τ Ε Λ Ο Σ

==================================================

Από αυτή τη στιγμή και μετά , το μπλογκ μου , μπαίνει αισίως , στο δεύτερο χρόνο της ζωής του .
Χρόνια του πολλά .