RSS

Η συνέχεια στο : «ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ»

26 Ιαν.

Aπό το προηγούμενο , ήδη , «γνωρίσαμε» τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας . Εκτός από την … αφεντιά μου , ο … γηραιός θείος Ευστάθιος από το … μακρυνό παρελθόν μου με το «φοβερό» τρεμάμενο χέρι του , που ορκίστηκα να … εξαφανίσω και ο νεαρός ευειδής Στάθης από το … μπερδεμένο ώριμο παρόν μου , να … «απειλεί» με το επίσης τρεμάμενο χέρι του (από άλλη βέβαια αιτία) , την …. ετοιμόρροπη κλιμακτηριακή (τέλος πάντων , …λέμε τώρα…) , ηθική μου ….
Και επειδή όταν …. επιθυμείς διακαώς κάτι , όλα συνομωτούν για να … το καταφέρεις … [Μ’ ακούς Στιχάκια 😉 ] … διαβάστε την συνέχεια
……………………………………………………………………………………….

Με «συνοπτικές διαδικασίες» , με έμπασαν στην κάμαρη , όπου κατοικοέδρευε – ίσως κι από γεννησιμιού του – , το «ζόμπι» .

Εμείς θα λείψουμε για λίγο . Φρόνιμα .

Το «φρόνιμα» , ήταν το στερεότυπο μοτίβο , που έκλεινε κάθε κουβέντα , εκεί μέσα . Το είχα συνηθίσει και δεν του έδινα πια καμιά σημασία . . . .

Το δωμάτιο φωτίζονταν , από ένα μπρούντζινο μονόφωτο εδάφους , δίπλα στην πολυθρόνα , με μακριά πολύχρωμα γυαλάκια γύρω από την λάμπα , που καμπάνιζαν ένα μουσικό ήχο , κάθε φορά , που περνούσε ένα θρόισμα ανάμεσά τους . ssl11401.jpg Η ζέστη , σου έφερνε μια ελαφριά αναγούλα . Εκτός από την πανέμορφη θερμάστρα , την ντυμένη με πράσινη πορσελάνη , που πύρωνε στη μέση του χώρου , ένα μεγάλο μαγκάλι , με μπόλικη ζωηρή θράκα , κολλημένο θαρρείς πάνω στον σακατεμένο γέροντα , πολεμούσε να τον κρατήσει ζεστό , – μην τον περάσει κανείς για λείψανο και κάνει καμιά κουτουράδα – .

Ένα βιαστικό υπόκωφο ποδοβολητό , πνιχτοί ψίθυροι στον διάδρομο , θροΐσματα από πανωφόρια , ο γδούπος της εξώθυρας κι ύστερα η απόλυτη ησυχία . Μια λιπαρή γαλήνη .

Αναμετρήθηκα με το θηρίο. Έμοιαζε να κοιμάται . Σιγοσφύριξα , και δεν σπάραξε . Πλησίασα λίγο ακόμα και τον κοίταξα , γέρνοντας επικίνδυνα το κεφάλι στα πλάγια . Τίποτα . Χτύπησα με κρότο τα χέρια μου και πλατάγισα με έναν τόνο προστυχιάς τη γλώσσα μου, αλλά όλα πήγαν στον βρόντο . Άρχισα να βαριέμαι . Γύρισα «νώτα» στον εχθρό μου και άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί γύρω . Όλα ήταν ίδια , από – έτσι πίστευα – την εποχή της δημιουργίας του Σύμπαντος , και ίδια θα έμεναν , μέχρι την συντέλεια του Κόσμου . Όλα ίδια , η πορσελάνινη θερμάστρα , το φωτιστικό με τα κρεμάμενα γυαλάκια , το απροσδιορίστων χρωμάτων και σχημάτων χαλί , ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι , σκεπασμένο με πυκνοπλεγμένη δαντέλα και χιλιάδες μινιατούρες επάνω του , κοντά στο παράθυρο . . . . . . . . Όπα ! . . . . Εδώ έχουμε κάτι καινούριο να φιγουράρει , πάνω στο τραπεζάκι μουσείο . Πλησίασα , ακροπατώντας . Μια κασετίνα πολυτελείας , ντυμένη με κόκκινο βελούδο , και μια «γλώσσα» – ταινία – , από μαύρο μετάξι , που με προκαλούσε να την ανοίξω . Τη στιγμή , που άπλωνα το χέρι μου για να την αγγίξω , κάτι πυρωμένο κι οξύαιχμο , καρφώθηκε ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου . Γύρισα το κεφάλι μου αργά προς τα πίσω και το άκουσα να τρίζει στους αρμούς του . Ήταν το βλέμμα του θείου Ευστάθιου . Το τελώνιο , με κοίταζε . Κάτι , το είχε αφυπνίσει και με κοίταζε . Μου φάνηκε πως είδα και μια σπίθα λαχτάρας ν’αστράφτει προς το μέρος του , όμως η νοσηρή μου περιέργεια , με έκανε να αδιαφορήσω για όλα ετούτα και να επικεντρώσω όλη μου την προσοχή στο άνοιγμα της κασετίνας . Άκρα ευφροσύνη κι απόλαυση μου προκάλεσε ο μαλακός τρόπος που άνοιξε το βελούδο . Κοίταξα μαγεμένη το εσωτερικό του . Γεμάτο με λεπτά , λευκά τσιγάρα από μυρωμένο , γιαβάσικο καπνό , με χρυσό επιστόμιο και χρυσά καλλιγραφικά γράμματα πάνω στο καθένα : «ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ» . . .

ist2_5097919_beauty_face.jpg

. . . Η μαγεία διακόπηκε από τον καμπανιστό ήχο που βγάλανε τα γυαλάκια του φωτιστικού καθώς ρίγησαν . Ούτε αεράκι είχε φυσήξει , ούτε ξένο πνεύμα αερικό , είχε μπει στο δωμάτιο , απλά ο γέροντας είχε αναστενάξει βαθιά . Τον κοίταξα απορημένη , με κοίταξε με ένταση και ξαναναστέναξε με βρυχηθμό . Τα γυαλάκια , τρελάθηκαν . Και τότε , κατάλαβα . Ο θείος , ήθελε να φουμάρει . Ήταν η ευκαιρία του . Λείπανε όλοι , κι αυτό το καλόβολο κοριτσάκι , κρατούσε τον θησαυρό στα χέρια του . Αρκεί να ήθελε . . . . . Κούνησα αδιάφορα τους ώμους , σαν κάποιος να μου μιλούσε . Στο κάτω της Γραφής , τι μ’ έκοφτε εμένα ; . . . . Με αργές , τελετουργικές κινήσεις , πήρα ένα τσιγάρο , ακούμπησα την κασετίνα στη θέση της και την έκλεισα , οριστικά και αμετάκλητα , σβήνοντας έτσι κάθε στοιχείο της αμαρτωλής μου περιέργειας . Έβαλα το τσιγάρο στο στόμα , πλησίασα τον σκανδαλισμένο γέροντα και με μια θεατρινίστικη κίνηση , πήρα με την περίτεχνη σιδερένια μασιά , ένα αναμμένο κάρβουνο από το διπλανό του μαγκάλι και το άναψα ρουφώντας βαθιά τον καπνό . – Έχω γεράσει , σχεδόν , κι ακόμα δεν κατάλαβα , πώς δεν πνίγηκα από εκείνο το παρθενικό μου ντουμάνιασμα – . Μετά , με μια πρωτόγνωρη τρυφερότητα , το έβαλα προσεχτικά στα χείλια του θείου Ευστάθιου .

ist2_5162838_smoking_is_bad.jpg

Αγαλλίασε η ψυχούλα του γέροντα . Ρούφηξε τον καπνό , έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα με το μοναδικό κινούμενό του χέρι και τον ξαμόλησε με ορμή στον χώρο . Τα γυαλάκια ορχήστρα , παίξανε το γνωστό μουσικό τους κομμάτι , ανάμεσα σε λωρίδες γαλάζιου καπνού . . . . . . Και τότε ήταν , που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την ύπαρξη του άσπονδου εχθρού μου . . . . . Η μεγάλη απόλαυση ίσως ήταν , ίσως και όχι , που έλυσε τα δάχτυλα , και το τσιγάρο , έπεσε μέσα στο μαγκάλι . Ο θείος Ευστάθιος , έκανε την απερίσκεφτη , αντανακλαστική και μοιραία κίνηση . Έχωσε το χέρι θεριό , μέσα στην αναμμένη θράκα . Η «νόσος του Πάρκινσον» , στάθηκε ανέλπιστος σύμμαχος , στο πλευρό μου . Το χέρι , άρχισε να τρέμει ζωηρά , ξεσηκώνοντας και σκορπίζοντας ολόγυρα στάχτες και τσίκνα τσιτσιρισμένης σάρκας . Αδύνατον να το τραβήξει από εκεί . Ο εχθρός μου , σαν μεσαιωνική μάγισσα , κάηκε ολοσχερώς . . . . .

efstathios.jpg

Ώρα μετά , μας βρήκαν και τους δύο , λιπόθυμους , μέσα σε μια ατμόσφαιρα μακελειού . . . . . . .

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Εδώ που τα λέμε , δεν ήταν το χέρι του Στάθη , που φοβόμουν , ούτε καν ο ίδιος ο Στάθης . Τον εαυτό μου φοβόμουν . Τον εαυτό μου , που ναι μεν δεν ήταν επιρρεπής στην αμαρτία , όμως , ήταν ιδιαίτερα ανασφαλής , ευπρόσβλητος , ευάλωτος και ενδοτικός στις εμμονές και πιέσεις των άλλων . Και μάλιστα , στις πιέσεις αυτού του είδους . Του είδους , που λέγεται , «σε θέλω» , «σε ποθώ» , «σε χρειάζομαι» . Ίσως πάλι , να φοβόμουν την ίδια , αυτή καθαυτή την αμαρτία . Την αμαρτία και τις συνέπειές της . . . . . Δεν είμαι σίγουρη . Πάντως , φοβόμουν . Έτσι λοιπόν , κατασκευάζοντας μια προστατευτική ανακολουθία , έπεισα τον εαυτό μου , ότι φοβόμουν το χέρι του Στάθη . Το χέρι , που έτρεμε . Το χέρι , που σε κάποια κορύφωση του πανικού , « – Τρέμει το χέρι σου . . . . . – Απ ‘ το τσιγάρο είναι . . . . .» . . . . . ορκίστηκα να . . . . . εξαφανίσω .

Τι στην ευχή . Στο κάτω κάτω της Γραφής . . . . δεν ήμουνα πρωτάρα κι άβγαλτη . Αντίθετα , ήμουν έμπειρη και απόλυτα εξοικειωμένη με το αντικείμενο . Είχα πάρει το «βάπτισμα του πυρός» , ένα παγερό χειμωνιάτικο απόβραδο , κλεισμένη στο δωμάτιο κολαστήριο , του θείου Ευστάθιου . . . . .

ist2_4470299_new_resources.jpg

Αχ , Στάθη , Στάθη . Στάθη κατσαρομάλλη και ευειδή , με τα πανέμορφα τρεμάμενα χέρια σου , τον ηλίθιο αναπτήρα σου και τα τραγανά σου νιάτα , που τα περιφέρεις όλα αφρόντιστα και απερίσκεφτα , χωρίς να νοιάζεσαι για τους πανικούς που προκαλείς , αλλά και χωρίς να ψυλλιάζεσαι , τι σου μέλλεται απ ‘ την στιγμή , που αποφάσισα να παλέψω με τους φόβους μου . Αρκεί να έχω την υπομονή να περιμένω , κι εσύ την αφέλεια να επιμένεις .

Ήδη , κάτι ξεκίνησε . . . . . .

Τρέμει το χέρι σου .

Απ ‘ το τσιγάρο είναι .

Απ ‘ το τσιγάρο , λοιπόν . . . . Δώσε μου τότε κι εμένα ένα μυρωδάτο ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ . . . . . . .

Τότε ήταν , που με κοίταξες με μια τόσο ειλικρινή και απονήρευτη απορία , που σχεδόν , σε λυπήθηκα . . . . .

kiretsil.jpg

Τ Ε Λ Ο Σ

==================================================

Από αυτή τη στιγμή και μετά , το μπλογκ μου , μπαίνει αισίως , στο δεύτερο χρόνο της ζωής του .
Χρόνια του πολλά .

 

 

23 responses to “Η συνέχεια στο : «ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΦΟΒΟΜΟΥΝ»

  1. stixakias

    Ιανουαρίου 26 , 2008 at 18:04

    Χρόνια του πολλά!

    Άντε, φέρε να ανάψουμε ένα Κιρέτσιλερ να το γιορτάσουμε.
    Και πριν σου μπουν ιδέες, ξεκαθαρίζω πως το δικό μου χέρι δεν τρέμει και τονίζω πως το χρειάζομαι ακόμα, εντάξει;

    Πάντα με ωραίες ιστορίες. Και με φράσεις σαν αυτή …Μια λιπαρή γαλήνη…

     
  2. Γρηγόρης

    Ιανουαρίου 26 , 2008 at 19:23

    Το κείμενό σου θα μπορούσε να είναι μια τέλεια διαφήμιση τσιγάρων! (σε πειράζω…)

    Χρόνια πολλά στο blog-ακι σου , να είναι πάντα γεμάτο με ιστορίες ζωής και να συνεχίσεις να μας ταξιδέυεις.

     
  3. mamma

    Ιανουαρίου 27 , 2008 at 12:15

    Τι όμορφο κείμενο. Σχεδόν τους είδα και τους τρεις!

     
  4. το τέρας της αμάθειας

    Ιανουαρίου 27 , 2008 at 13:38

    Να «μπει» σε ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ζωής ακόμα το μπλογκ σου…
    Να συνεχίσεις να παλεύεις με τους φόβους σου…

     
  5. γητευτρια

    Ιανουαρίου 27 , 2008 at 13:48

    Τί να πω; Απόλαυση…
    Αδύνατον να ξεκολλήσω όταν σε διαβάζω. Δεν ξέρω τί είναι ακριβώς, τα ελληνικά σου τα απολαυστικά, η άνεση της αφήγησης που μπάζει τον αναγνώστη στο θέμα κάνοντάς τον συμμέτοχο, το ότι μοιάζουμε στις αντιδράσεις σαν δυο σταγόνες βροχής; Δεν ξέρω τί απ’ όλα είναι, πάντως μαγεύομαι…
    Να είσαι καλά να μας χαρίζεις κομμάτια από τις πολύτιμες εμπειρίες κι αναμνήσεις σου!

     
  6. anthrakoryxos

    Ιανουαρίου 27 , 2008 at 15:30

    Χρόνια του πολλά.
    Με τσιγάρο στο χέρι το διάβασα..
    Πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω για »ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ».
    Πάλι ταξίδεψα!
    Δεν το κόβω πάντως το τσιγάρο…
    Την καλησπέρα μου!

     
  7. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 17:08

    @ stixakias
    Προκλητικά … τολμηρό σας βλέπω φίλε Στιχάκια . έως … παράτολμο , θα έλεγα .
    Εάν με τόση σιγουριά μου ξεκαθαρίζεις πως , το δικό σου χέρι ΔΕΝ τρέμει , γιατί μου ΤΟΝΙΖΕΙΣ , ότι το … χρειάζεσαι ακόμη ;;;
    Εντελώς … πληροφοριακά , (επειδή σε συμπαθώ) , σε πληροφορώ , πως έτσι και τα φέρει η ρημάδα η ζωή , να βρεθούμε κάποτε , «μούρη με μούρη» με κανα ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ στο στόμα …. να είσαι σίγουρος , πως το χέρι σου …. θα τρέμει .
    Όσο για την … «λιπαρή γαλήνη» … πιστεύω ότι , μόνο μια ποιητική ψυχή θα «κολλούσε» … επάνω της και θα εντυπωσιαζόταν …. από μια τέτοια λέξη (φράση).
    Λιπαρή γαλήνη … Σου έτυχε ποτέ , να βουλιάζεις μέσα σε κάτι μαλακό , ευπίεστο , «μονωτικό» απ’ τον «έξω» κόσμο ;… Μέσα του δεν βλέπεις και δεν ακούς τίποτα από τα «απειλητικά» που σε περιβάλλουν … Αργά – αργά , να γλυστράς μέσα σε κάτι προστατευτικό αλλά συγχρόνως και … γλοιώδες και δυσάρεστο … Η …. απόλυτη γαλήνη … που βουλιάζοντας μέσα της … νοιώθεις πως δεν σου είναι πια … επιθυμητή … Μάλλον , θα σου έχει τύχει …
    …. Τέλος πάντων … Παρασύρθηκα .

     
  8. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 17:40

    @ Γρηγόρης
    Λοιπόν , πέρα από κάθε πλάκα , πολύ θα ήθελα να είμαι κάτι σαν … διαφημίστρια του καπνίσματος .
    Αν και πάνε περίπου 6 χρόνια που σταμάτησα να καπνίζω , εν τούτοις , το βρίσκω πολύ … γοητευτικό … Οι νωχελικές κινήσεις , το κρυφό «δάγκωμα» του τσιγάρου πίσω από τα χείλια , το φύσημα του καπνού ανάλογα με … τις διαθέσεις σου , τα κόκκινα δακρυσμένα μάτια , πίσω από τον καπνό , που μπορείς να τα δικαιολογείς και όχι το … κοινότυπο : «κάτι μπήκε στο μάτι μου» … όλα αυτά … μου έλειψαν … Όλα αυτά , μου αρέσει να τα βλέπω στους άλλους … Όχι που θα τους συμβούλευα ή θα τους έδινα θάρρος και δικαιολογίες για να καπνίζουν … αλλά … μου αρέσει να τα βλέπω …

     
  9. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 18:06

    @ mamma
    Αχ ,mamma … γλυκειά mamma … Πόσο με κάνεις περήφανη , που μπόρεσες να «μας» δεις όλους διαβάζοντας αυτό το γραπτό …. Και δεν το λέω για μένα και για τον … Στάθη , που εύκολα μπορείς να μας «δεις» συχνά σ’ αυτό τον κόσμο , στις παρέες , στους χώρους της δουλειάς , στις οικογένειες μέσα … Αλλά για τον «θείο Ευστάθιο» , που είναι μια εικόνα που δεν την πολυβλέπουμε πια … Η εικόνα του ανήμπορου γέρου ανθρώπου , που γερνάει και πεθαίνει μέσα στην «γωνιά» του , στην κάμαρα του , στην πολυθρόνα του , κοντά στους δικούς του ανθρώπους …. Και δεν την βλέπουμε , γιατί τους έχουμε μεταφέρει , σε Νοσοκομεία , Ιδρύματα , Γηροκομεία , Οίκους , Πανσιόν και διάφορα άλλα τέτοια … κολαστήρια , που δεν υπάρχουν μέσα «παιδάκια» που μπορούν να τους …»κάψουν» τα χέρια , αλλά «ψυχροί» υπάλληλοι , που τους βάζουν στα χέρια ένα τηλεκοντρόλ και μας στέλνουν ένα τυπικό ειδοποιητήριο , όταν έχουν πάψει να υπάρχουν ….
    ……………………………
    Πω , πω , … τι έχω πάθει σήμερα ;;; Μελαγχόλησα .

     
  10. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 18:10

    @ το τέρας της αμάθειας
    «Να συνεχίσεις να παλεύεις με τους φόβους σου…»
    Να , μια από τις ωραιότερες ευχές , που έχω πάρει ποτέ μου .
    Γιατί , το να έχεις φόβους σημαίνει ότι είσαι άνθρωπος υγιής και όχι ένα «φυτό» , και το να συνεχίζεις να παλεύεις , σημαίνει ότι είσαι ακόμη ΝΕΟΣ , όχι στην … ταυτότητα , αλλά λίγο πιο μέσα … πιο βαθιά …
    Σ’ ευχαριστώ .

     
  11. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 18:24

    @ γητευτρια
    Πρέπει να ξέρεις καλή μου «γητευτρια» , πως σ’ αυτή τη ζωή , ό,τι δίνεις , αυτό θα παίρνεις από τους ανθρώπους … Απόλαυση δίνεις … απόλαυση θα εισπράττεις … Κι αν κάποτε δύσθυμη , απαισιόδοξη , κακοκεφιασμένη από κάτι θα νομίσεις ότι … ΔΕΝ … λάθος θα νομίσεις … Να μην ξεχνάς ποτέ , πως «μαγεύοντας» με τον λόγο σου τους ανθρώπους … κάποια μέρα και σύ θα πάρεις μαγεία απ’ αυτούς … Τι στην ευχή το έχεις το nick ;… δεν πιστεύω να σε βάφτισε ο παππάς έτσι …. ;

     
  12. silia

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 18:45

    @ anthrakoryxos
    » Πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω για ”ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ”»
    ——————————-
    Μα την πίστη μου , αν εύρισκα ένα ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ , σαν «εκείνα» , όχι πως θα … ξανάρχιζα το κάπνισμα , αλλά ….ΕΚΕΙΝΟ το ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ , θα το κάπνιζα …
    Ξέρεις τι μου θύμισες καλέ μου φίλε ; :
    Αρχές της 10ετίας του ’70 … φοιτηταριό στην Θεσσαλονίκη , είχαμε ανακαλύψει ένα (και το μοναδικό σ’όλη την Συμπρωτεύουσα) περίπτερο στον Βαρδάρη , που έφερνε ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ , από εκείνα ,… τα παλιά … άφιλτρα … νόστιμα … 5,50 δραχμές το κουτί … Ποδαρόδρομος λοιπόν ως το Βαρδάρη , ρεφενέ από κανα μισόφραγκο ο καθένας , και μαζευόμασταν μετά γύρω του (από το ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ) σαν τα … σπουργίτια τα ερεθισμένα από ψίχουλα ζεστού ψωμιού , και το … απολαμβάναμε , φυσώντας τον καπνό του ο ένας στα μούτρα του άλλου , σχεδιάζοντας αγώνες , κάνοντας όνειρα και … ερωτοτροπώντας με την … Φιλοσοφία ….
    Θα γράψω ίσως κάποτε για όλα αυτά .
    Για την ώρα , θα σε καληνυχτήσω με μια συμβουλή : Μην είσαι κάθετος και αποφασισμένος για το τσιγάρο … Έτσι ήμουν κι εγώ , κι έτσι έλεγα όταν κάπνιζα … Και όμως … το «έκοψα» , για το … χατήρι ενός άντρα ….
    Την αγάπη μου .

     
  13. QueenElisabeth

    Ιανουαρίου 28 , 2008 at 23:41

    Χρόνια του πολλά και χρόνια σας πολλά, να μας γράφετε να διαβάζουμε τέτοια ωραία.
    Καλό σας βράδυ.

     
  14. Μαρία

    Ιανουαρίου 29 , 2008 at 14:27

    Χρόνια του Πολλά (αν και καθυστερημένα, συγγνώμη!), με πολλά και όμορφα ποστ 😀
    Φιλιά και καλημέρα!

     
  15. Μαρία

    Ιανουαρίου 29 , 2008 at 14:29

    Σχόλιο για τα κιρέτσιλερ:
    Θυμάμαι που με έστελναν οι γονείς μου δεκαετία του ’80 να τους τα αγοράσω από το περίπτερο της γειτονιάς. Επίσης δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μυρωδιά ποδαρίλας που διαχεόταν στον χώρο και δεν έφευγε με τί-πο-τα! 😀
    Αυτά δεν ήταν τσιγάρα, στούκας κανονικά ήταν!

     
    • Staikos

      Μαρτίου 8 , 2011 at 13:34

      μυρωδιά ποδαρίλας!! αυτό ακριβώς μου έλεγε τότε ο κολλητός μου όταν το κάπνιζα!! Εγώ δεν το αντιλαμβανόμουνα…

       
  16. ερμία

    Ιανουαρίου 29 , 2008 at 21:40

    ζεστές ευχές και για τον δεύτερο χρόνο σου εδώ.
    και ευχές στην έμπνευση τών λόγων σου-να είναι έτσι κρυστάλλινη.
    πολύ συχνά με τα κείμενά σου,χαίρομαι και συμμετέχω στην ονειροπόληση-αλλά..,καπνίζω άφιλτρα-πειράζει;
    🙂

     
  17. par1saktos

    Ιανουαρίου 30 , 2008 at 13:58

    και να φανταστεις οτι μολις ειδα οτι ανεβασες την συνεχεια του προηγουμενου ποστ, ειπα, «κατσε να στριψω ενα τσιγαρο πριν αρχισω να διαβαζω»…ετσι παρεα με την ιστορια σου φουμαρα κι εγω τον στριφτο και αφιλτρο golden virginia μου και ευχαριστηθηκα την ιστορια σου ακομα περισσοτερο 😉 Χρονια πολλα και παλι…

     
  18. silia

    Ιανουαρίου 30 , 2008 at 20:00

    @ QueenElisabeth
    Σ’ ευχαριστώ , γλυκειά γαλαζοαίματη .
    Ξέρεις …. τα τσιγάρα με το χρυσό επιστόμιο , στα οποία αναφέρομαι (στην συγκεκριμένη κόκκινη βελούδινη κασετίνα) ήταν παραγγελία κάποιου …. γαλαζοαίματου . Τώρα … το πως βρέθηκαν στο σπίτι του θείου Ευστάθιου , δεν είμαι και σίγουρη ….
    Είναι μια ωραία ιστορία , που όμως είναι αρκετά μεγάλη για να την γράψω σαν απάντηση στο σχόλιο , γι αυτό και σκέπτομαι να την γράψω σαν ξεχωριστό ποστ , …. στο μέλλον . Απλά , τώρα το θυμήθηκα διαβάζοντας το ωραίο σου nick .

    @ Μαρία
    Δεν ….υπάρχει «καθυστέρηση» για τις καλοπροαίρετες ευχές της αγάπης . Ευχαριστώ .
    Όσο για το β’ σχόλιο σου έχω να πω τα εξής : Σαφώς και η προτίμηση της γευσης ή της μυρωδιάς του καπνού είναι υποκειμενική , αλλά για το συγκεκριμένο , θαρρώ ότι δεν αναφερόμαστε στα ίδια τσιγάρα …. Και θα σου εξηγήσω τι έννοώ : Κάπου γύρω στο 1970 + , έγινε μια προσπάθεια , να αναβιώσουν τα περίφημα ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ της Ξάνθης , από την καπνοβιομηχανία του ΚΕΡΑΝΗ (μου φαινεται – δεν είμαι και σίγουρη) σε μοντέρνα συσκευασία και με φίλτρο … Ηταν μια θλιβερή αποτυχία …. Ένα «σκληρό» με βαριά μυρωδιά τσιγάρο φίλτρου . Καμιά σχέση με τα τσιγάρα εκείνα της αρχής του 20ου αιώνα , που φτιαχνόντουσαν απο τον «καλύτερο καπνό» του κόσμου όπως χαρακτηρίστηκε επίσημα ο καπνός «ουτσάκια» (ουτς = ο αριθμός 3 στα τουρκικά) δηλαδή από την 3η έκφυση τών φύλλων του ξανθιώτικου καπνού , που ήταν και τα πιο μικρά και αρωματικά ….. Υπάρχουν κάποια όμορφα πράγματα , Μαρία , που τα πήρε ο … Χρόνος και δεν θα μας τα … επιστρέψει ποτέ ….

     
  19. silia

    Ιανουαρίου 30 , 2008 at 21:03

    @ ερμία
    Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα τόσο καλά σου λόγια .
    Όσο για το : «…καπνίζω άφιλτρα-πειράζει;» έχω να σου πω τα εξής :
    Στην …. πρώτη μου νεότητα (που … χάνεται στο βάθος του Χρόνου) το να καπνίζεις άφιλτρα , ήταν κάτι τελείως φυσιολογικό , γιατί δεν υπήρχαν τσιγάρα με φίλτρο . Αργότερα , το να καπνίζεις άφιλτρα , ήταν σημάδι οικονομικής … δυσπραγίας , γιατί τα … έν-φιλτρα ήταν πιο ακριβά . Πολύ αργότερα , το να καπνίζεις άφιλτρα , πήρε την έννοια της ….. μαγκιάς (με την καλή του έννοια) , πράγμα , που μέχρι τις μέρες μας (αν δεν κάνω λάθος) διατηρείται – κάπως – αφού βέβαια προστεθεί και η έννοια του «μερακλή» ίδίως με το … άφιλτρο «στριφτό» ….
    Όπως και να έχει όμως , το να καπνίζεις …. διαχρονικά , ότι και να είναι αυτό …. πειράζει ….

    @ par1saktos
    Νάτος , λοιπόν ο …. «μερακλής» (δες την απάντηση στο σχόλιο της «ερμίας») , που …. καπνίζει , άφιλτρο στριφτό …..
    Σ’ ευχαριστώ για τις ευχές .

     
  20. Staikos

    Μαρτίου 5 , 2011 at 17:06

    πιο όμορφη περιγραφή μιας «ανάγκης» για ένα cult τσιγάρο δεν έχω διαβάσει…

     
  21. silia

    Μαρτίου 5 , 2011 at 21:31

    @ Staikos
    Καλώς ήρθες . Χαίρομαι που σου άρεσε (είναι από τα αγαπημένα μου γραπτά)
    Αν δεν βαριέσαι , διάβασε κι αυτό :
    https://silia.wordpress.com/2009/06/29

     
    • Staikos

      Μαρτίου 8 , 2011 at 14:07

      το διάβασα, όπως κι ένα άλλο που βρήκα: «ο άγγελος στη γωνία»!!
      Θέλει ποτό και τσιγάρο η ανάγνωσή σου, αλλά μετά την τρικυμία αφήνει γαλήνη, πάντα…
      Υ.Γ.: Αν βρεις χρόνο έχω «πετάξει» σκέψεις φευγάτες κι εγώ στο http://barbacool.blogspot.com/ (ψάξε κυρίως εκείνες στη στήλη δεξιά «‘Φευγάτες’ αναρτήσεις»)

       

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: