RSS

Daily Archives: 31 Ιανουαρίου , 2008

ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ … ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ

– Αύριο … φεύγω …
– (…………)
– Ακούς ; … Αύριο , φεύγω … Από το χωριό ….. Από … κοντά σου …. Από την ζωή σου …
– (…………)
– Θέλεις να …. μείνω ; Κοντά σου εννοώ , γιατί κι εσύ , μια μέρα θα φύγεις από εδώ … Να μείνω στη ζωή σου ; ….. Γιατί δεν μιλάς ; πες μου κάτι ….
– ….. Τί να πω ρε Λευτέρη ; …. Τα έχουμε πει τόσες φορές …..
– Πες μου ένα «ναι» … «Ναι Λευτέρη , μείνε» …. «Μείνε μαζί μου Λευτέρη» …. «Μη φεύγεις αύριο …. μη φύγεις ποτέ …. μείνε στη ζωή μου» …….
….Καλά …. καλά … μην λες τέτοια … Πες μόνο το όνομά μου … Πες «Αχ Λευτέρη» …. θα καταλάβω πως θέλεις να μείνω …. Έϊ …. μη μουτρώνεις …. κάτσε …… μέχρι αύριο το πρωί έχεις καιρό να το ξανασκεφτείς … Απόψε έχουμε γλέντι αποχαιρετιστήριο στο καφενείο …. Κεμπάπ από το Μέτσοβο …. Κρασί από την Ζίτσα …. πολύ κρασί …. Να πιείς … μπας και … μεθύσεις …. Αν μεθύσεις μπορεί να μπερδευτείς , μπορεί να πεις ….»Αχ , Λευτέρη» κι εγώ να μη φύγω αύριο …. Να μείνω στη ζωή σου …. Έϊ , έϊ , έϊ … μη θυμώνεις μωρέ … μη φεύγεις …. Το βράδυ … στο καφενείο … Θα περάσουμε καλά , θα δεις … Θα έρθεις ;
– Ναι …. θα ‘ρθώ .

…………………………………………………………………………..

Αυτό το κείμενο , αφιερώνεται σε όλους εκείνους , που όταν χρειάστηκε να βάλουν στο …. καντάρι και να ζυγιάσουν το «ΔΕΟΝ» και τον «ΕΡΩΤΑ» , ….. προτίμησαν το «ΔΕΟΝ» .
———————————————————————————
……………………………………………………………………………………………
Ήταν πράγματι όμορφο το γλέντι του αποχαιρετισμού ….. Καλοκαίρι του ’74 … Αμέσως μετά την Μεταπολίτευση …. Τα μέλη της ψυχής , λαχταρούσαν να … «ξεμουδιάσουν» , να τραγουδήσουν Θεοδωράκη , να πυροβολήσουν με τα «διμούτσουνα» τουφέκια ψηλά στον αέρα κοντά στον Θεό , που «μάλλον μας ξέχασε» , να αγκαλιαστούν και να μπλέξουν τα αξύριστα μάγουλα με τα δάκρυα της χαράς …… να θυμηθούν το «Βουνό» , και οι γυναίκες , να λύσουν τα μαντήλια , και να ανεμίσουν ξέπλεκα τα μαλλιά , σαν τις παλιές παντιέρες , χωρίς …. ντροπή …. όπως τότε ….
Έτσι κι έγινε …. Κι ήρθε το «λιαστό» κρασί κι έμπλεξε με τα «Παιδιά της Σαμαρίνας , γιατί είστε λερωμένα;» και με το «Λεβέντης εροβόλαγε» κι ο Γιαννούλης με το κλαρίνο , να παρακαλάει να τον … θάψουν μαζί του , σίγουρος πως δεν θα τον βρει το ξημέρωμα μετά από τόσο πιοτό , κι ο Λευτέρης να μένει σιωπηλός , περιμένοντας την ώρα του γυρισμού στο σπίτι …..
Λίγο πριν το ξημέρωμα η Μαρία , η χήρα του καφετζή έγειρε και μου ψιθύρισε ; «Μπορείς να σταθείς όρθια μέχρι το σπίτι ;» ….. «Μπορώ» αποκρίθηκα … Κι αμέσως μετά στάθηκε στη μέση του μαγαζιού και …. : «Όλοι στα σπίτια σας , παλιοζαγάρια …. Φτάνει … Ξημέρωσε» .
Το καφενείο , άδειασε χωρίς πολλές διαμαρτυρίες ….
Ο Λευτέρης κατηφόρησε μαζί μου …. Έβαλα φοβερή προσπάθεια να μη τρεκλίσω …. Ένοιωθα , πως αν με … άγγιζε έστω και φευγαλέα , δεν …. θα έφευγε την άλλη μέρα …. απ’ το χωριό …. από δίπλα μου …. απ’ τη ζωή μου ….
– Μη μ’ αγγίζεις ….
– Θα … πέσεις … Είσαι πιωμένη .
– Δεν είμαι …
– Είσαι …
– Όχι ….
– (……….)
Έφτασα … όρθια στο σπίτι …. Εφτά σκαλιά με χώριζαν απ’ την εξώπορτα .
– Μη μ’ αγγίζεις ….
– (………..)
Ανέβηκα με κόπο τα σκαλιά …. Έπρεπε , πάση θυσία , να μείνω όρθια …. Έσπρωξα την παλιά ξύλινη εξώθυρα , χώθηκα μέσα στο προστατευτικό πηχτό , γλοιώδες σκοτάδι του σπιτιού μου , κλώτσησα την πόρτα πίσω μου και …..
Οι αντοχές μου ήταν μέχρις εκεί . Αδύνατο να φτάσω μέχρι το κρεβάτι μου , στα τρία μέτρα . Έπεσα μπρούμυτα πάνω στα παλιά σανίδια του δωματίου , πίσω ακριβώς απ’ την εξώπορτα , και …. αποφάσισα να μείνω για να κοιμηθώ εκεί . Άκουσα τα βήματα του στη σκάλα ….. την ανάσα του πίσω από την ξύλινη θύρα …. περίμενε …. αφουγκραζόταν ….. μήπως και πώ το όνομά του …. μήπως και «σκίσω» σε χίλια κομμάτια το εισιτήριο του φευγιού , της μέρας που ξημέρωνε ….
Κρατούσα την ανάσα μου … τα μάτια μου βάρυναν …. κράτησα με κόπο το αναφυλλητό μου ….
Και τότε …. τον είδα . Καλοθρεμμένος , ευκίνητος , με δυο … κάρβουνα για μάτια και ασημένιο βελούδινο …. τρίχωμα , έρχόταν ίσα …. κατά πάνω μου ….
Ο ποντικός , που μήνες γνώριζα , μόνο από τις μικροζημιές που μούκανε μέσα στο σπίτι , που μού’ κλεβε το τυρί και το λαδόψωμο από τη φάκα , που «περιφρονούσε» τα ποντικοφάρμακα , που μου ροκάνιζε τις πόρτες , που μου έτρωγε τα λουλούδια που μου έφερνε ο Λευτέρης κάθε πρωί και κάποτε μου έφαγε και μια ολόκληρη σελίδα από την Εγκυκλοπαίδεια του «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ» (ΜΠΡΙΤΤΑΝΙΚΑ δεν υπήρχε τότε) ….
Η πρώτη μου αντίδραση , ήταν να …. τσιρίξω , αλλά το ….»ΔΕΟΝ» , βάρυνε πάνω στην πλάστιγγα και το βούλωσα . Με πλησίασε ακόμη λίγο … «Αχ , Λευτέρη» ήθελα να βογκήξω , αλλά στο … Χρηματιστήριο των Αξιών μου , βάρυνε μόνο το «ΔΕΟΝ» …. Αποφάσισα να …. κοιμηθώ …. Έπρεπε πάση θυσία να κοιμηθώ κι ας είχα μπρος στη μούρη μου τον φοβερό μου …. συγκάτοικο …. Τα μάτια μου έκλειναν …. κάτι πηχτό , έπνιγε τη φωνή μου …. Ζύγωσε ακόμη πιο κοντά …. σχεδόν με άγγιζε με τα μεγάλα του μουστάκια …. μου φάνηκε πως χαμογελούσε …..
– Θα …. κάτσω πάνω στη μύτη σου ….. Φώναξέ τον , να σε γλυτώσει …. Θα σε …. φάω ….. Θα σου … δαγκώσω τα αυτιά … φώναξέ τον …. θα κατουρήσω τα μαλλιά σου …. φώναξε ….. Θα γεννήσω μέσα στις τσέπες σου …. έλα … τελευταία σου ευκαιρία …. φώναξέ τον μέσα ….  Εισαι ηλίθια …. ηλίθια ….. ηλ…..
Παραιτήθηκα , εντελώς ….
– Κάνε ό, τι καταλαβαίνεις …..

ist2_2441787_pet_rat_thinks_the_cheese_may_be_suspect.jpgwar-and-peace-serigraph-c10008361.jpg
…. είπα , και βυθίστηκα στην αγκαλιά ενός …. αρχαίου παληκαριού , δίδυμου αδελφού του Θανάτου , γιού της Νύχτας και … ταπεινού υπαλλήλου του Μεγάλου Διόνυσου …. Μορφέας …..
…………………………………………………………….
Ξύπνησα νωρίς το απόγευμα …. Συννεφιά , ζέστη κι απόλυτη ακινησία .
Ανηφόρισα προς το καφενείο του χωριού . Ούτε σκυλί στο δρόμο … η μόνη ζωντανή παρουσία η Γιώργαινα , η χήρα του καφετζή …. Έμοιαζε να με περίμενε . Έφτιαξε αμίλητη τον καφέ και μου τον σέρβιρε με ένα πιάτο μουσταλευριά .
– Πάντως , σε … καμάρωσα ψες καθώς έφευγες . Άντρες μεγαλωμένοι με κρασοπαπάρα (ζεστό γλυκό κρασί με μπουκιές ψωμιού για …. παιδικό breakfast) , και δεν αντέξανε … τον Γιαννούλη σηκωτό τον πήγανε στο σπίτι …. Κι ο Αλέξης της Βάγιας έπεσε εδώ να , έξω , κοντά στη μπετονιέρα …. Μόνο εσύ , κορίτσι καλομαθημένο , της πόλης …. κι όμως έφτασες όρθια στο σπίτι …. Κι ο δάσκαλος …. δεν λέω …. αλλά αυτός δεν ήπιε σχεδόν καθόλου
–  (………….)
– Έφυγε ο δάσκαλος σήμερα , κατά τις 10 το πρωί … Είπε πως δεν θα … ξανάρθει … Το φθινόπωρο θα μας στείλουν καινούριο δάσκαλο , είπε … Μου ‘ πε τα … χαιρετίματα του να σου δώκω , όταν θα έρθεις για καφέ ….. Να μη σε ξυπνήσουμε είπε γιατί ήσουν κουρασμένη από το χθεσινό πιοτό …. μάλλωσε και τον Βασιλάκη του Τρύφανου , που κλώτσαγε ένα ντενεκεδάκι καθώς διάβαινε έξω από το σπίτι σου
……………………………………………………………
Παράτησα τον καφέ στη μέση και γύρισα στο σπίτι .
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα αλλοφροσύνης , με τα μάτια θολωμένα απ’ τα δάκρυα , μάζεψα με προσοχή , όλα τα πιατάκια με το … ποντικοφάρμακο και όλες τις καπάντζες και τις συρμάτινες φάκες , που είχα κατά καιρούς στήσει …..
Αν μη τι άλλο , ο μικρός μου ποντικός , μ’ αγαπούσε … με νoιαζόταν ….. Προσπάθησε ….  Κι εδώ που τα λέμε , από εδώ και στο εξής θα ήταν ο μόνος που θα με … νοιαζόταν , όσο καιρό θα έμενα ακόμα , εκεί πάνω ….