RSS

Category Archives: Μνήμες

ΤΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟ

Δεν έχω καλή σχέση με το… λατρευτικό της θρησκείας μας, ιδίως ό,τι αφορά σε μνημόσυνα, τρισάγια, εννιάμερα, σαράντα κλπ, μου γυρνάει τ’ άντερα (που λένε). Στο Κοιμητήριο, πηγαίνω όταν είμαι πολύ χαρούμενη για κάτι, στα γενέθλια μου (ίσως γιατί η ημέρα της γέννησης μου ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα των γονιών μου) και όταν πρόκειται να πάω κάποιο μακρινό ταξίδι…
Ωστόσο, όταν προχθές, μια φίλη με πληροφόρησε «Στα νεκροταφεία, έπεσε κάτω η φωτογραφία του Τάκη και διαλύθηκε και η κορνίζα», αποφάσισα να κάνω μια βόλτα απ’ εκεί, να δω τι συνέβη.
Ξεκίνησα κατά τις 4 το απόγευμα. Η μέρα ζεστή και υγρή, αλλά ηλιόλουστη. Σκέφτηκα πως σε λίγο θα σκοτείνιαζε, αλλά από την άλλη, σκέφτηκα πως δεν θα έκανα παραπάνω από λίγα λεπτά της ώρας…
Πράγματι, η φωτογραφία, είχε πέσει και αποσυναρμολογήθηκε και η κορνίζα, αλλά δεν είχε σπάσει τίποτα και τα έβαλα όλα στην θέση τους. Καθάρισα και πέταξα όλα τα ξερά λουλούδια, που του φέρνουν κατά καιρούς, δεκάδες άγνωστοι και γνωστοί άνθρωποι, εδώ και 3+ χρόνια από τον θάνατο του και… κίνησα να φύγω.
Η απόλυτη ερημιά. Ψυχή ολόγυρα, μόνο εγώ και το… ελαφρό αεράκι, που κάνει τα τζαμάκια από τους τάφους, να χτυπάνε ανατριχιαστικά… και…
…και ξαφνικά, τον είδα…
Εμφανίστηκε από το πουθενά (έτσι μου φάνηκε) και ερχόταν απέναντί μου… Ένας νεαρός ιερωμένος, ψηλός, όμορφος. Με χαιρέτησε με ένα ελαφρό κούνημα του κεφαλιού, τον χαιρέτησα, μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο μέσα από τα δόντια μου και… προσπέρασα…
Με το που έκανα καμιά 10ριά βήματα, μου ήρθε φλασιά:
Ρε, λες να μου κάνει καμιά πλάκα ο Τάκης? Τα συνήθιζε κάτι τέτοια. Γιατί να εμφανισθεί έτσι απότομα και γιατί ερχόταν προς το μέρος μου? Λες να…?
Σταμάτησα απότομα, μεταβολή και…
-Πάτερ?
Σταμάτησε κι αυτός, γύρισε και βάδισε αργά προς το μέρος μου:
-Ορίστε?
-Μήπως θα μπορούσατε να διαβάσετε ένα Τρισάγιο, για τους νεκρούς μου?
-Βεβαίως…
Προχωρήσαμε μαζί προς τον οικογενειακό μας τάφο.
-Ξέρετε πάτερ, δεν έχω μαζί μου τα… συμπαρομαρτούντα… κρασιά, νερά, καντήλια, κεριά… δεν είχα σκοπό να…
Χαμογέλασε πλατιά (είχε γίνει ακόμα πιο όμορφος):
-Αυτά είναι… κουταμάρες, σημασία έχει η προσευχή (με κόπο κρατήθηκα να μην χαχανίσω, γιατί ήμουν σίγουρη πως κι αυτός με κόπο κρατήθηκα να μην πει «Αυτά είναι… μαλακίες» και είπε «κουταμάρες».
Διάβασε το Τρισάγιο, με ευκρίνεια και καλή άρθρωση, εγώ… ψιλοσυγκινήθηκα, και τελειώνοντας, τον ευχαρίστησα και πήγα να του βάλω στο χέρι, ένα εικοσάρικο… Με σταμάτησε αυστηρά, απλώνοντας απαγορευτικά το χέρι του:
-Η προσευχή, δεν πληρώνεται…
Ένιωσα έντονη ντροπή… τα έχασα
-Συνηθίζεται πάτερ μου (μουρμούρισα)
-Κακώς… εγώ προσωπικά, δεν… Ακόμα όμως κι αν το… «συνήθιζα», από εσάς δεν επρόκειτο να δεχτώ χρήματα. Ξέρετε, κυρία Μπαντούνα, είστε μια από… τις ομορφότερες αναμνήσεις της μέχρι τώρα ζωής μου…
Τρελάθηκα… Ένιωσα μια τραγική αμηχανία, δεν ήξερα τι να πω… Μέχρι και φόβο ένιωσα… Ποιος ήταν? Τι ακριβώς μου έλεγε? Από πού με γνώριζε?… Μήπως δεν ήταν παπάς?… μήπως?… (μέχρι κι αυτό σκέφτηκα, μέσα στην αμηχανία και τον μικροπανικό μου).
-Γνωριζόμαστε? (ψέλλισα)
-Όχι… Εγώ σας γνωρίζω, ή μάλλον σας «γνώρισα» πριν 20 χρόνια… όταν θα χειρουργείτο η γιαγιά μου και ζητήσατε να ενημερώσετε τους κοντινούς συγγενείς για το είδος και τους κινδύνους της αναισθησίας. Θυμάμαι πως ο πατέρας μου, έβαλε βλαστημώντας, κάποια χρήματα στην μέσα τσέπη του σακακιού του, με πήρε από το χέρι –μικρό παιδί ήμουν… στα 11- και ήρθαμε στο γραφείο σας. Αφού είπατε αυτά που ήταν να πείτε, ο πατέρας μου, βάζοντας το χέρι στην μέσα τσέπη του σακακιού του…
-Τι οφείλω γιατρέ?
-Στο Δημόσιο Νοσοκομείο, δεν πληρώνει κανείς και για τίποτα (η φωνή σας, ήταν κοφτή, σχεδόν θυμωμένη)
-Μα… στο χειρουργό, ήδη πλήρωσα κάποια χρ…
-Κακώς… να πας να τα ζητήσεις πίσω (τον διακόψατε. Ήδη χαμογελούσατε με ένα κουρασμένο χαμόγελο θυμάμαι… Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θυμάμαι το κουρασμένο χαμόγελο…)
-Δεν μπορώ… Ντρέπομαι… (ο πατέρας μου)
-Όποιος ντρέπεται… κακά ζει (εσείς)
————
-Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό κυρία Μπαντούνα… Είναι από τα πράγματα, που δεν ξεχνάει ένα παιδί… 
Αλλά… πρέπει να πηγαίνουμε. Είναι αργά και σκοτεινιάζει γρήγορα και ο φύλακας, ήδη άρχισε να κλείνει τις καγκελόπορτες. Από εδώ ελάτε μαζί μου… μην σας κλείσουν μέσα (χαμογελούσε και είπαμε… πολύ όμορφος ο νεαρός παπούλης)
Φτάσαμε σχεδόν τρέχοντας στην κεντρική πύλη.
-Καληνύχτα πάτερ
-Καληνύχτα γιατρέ… Να είστε ευλογημένη.
_____________________________________
.
Είναι το τελευταίο ποστ μου, για το 2017 και είναι αφιερωμένο σε όποιον πιστεύει ή νομίζει πως το Καλό, πάει… χαράμι.
Το Καλό, ξαναγυρίζει πάντα σ’ αυτόν που το «εκπέμπει» και… όχι, δεν εννοώ πως το καλό που μου αντιγύρισε ο νεαρός ιερωμένος, ήταν το ότι… γλύτωσα το εικοσάρικο…
Όχι. Το Καλό ήταν το ότι με θυμόταν 20 χρόνια μετά, με Αγάπη. Το Καλό ήταν, πως θα με θυμάται πάντα, σαν έναν καλό άνθρωπο. Το Καλό ήταν το ότι μου ευχήθηκε να είμαι ευλογημένη…
================
Χαρούμενη Πρωτοχρονιά, αγάπες μου.

df8ffba8f817551382a11bdcf34ef7a4

 

Ετικέτες: , , , ,

ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ?

Όταν είσαι μικρός (στην ηλικία), το οπτικό πεδίο της ψυχής σου, είναι – ας το πω – περιορισμένο. “Βλέπεις”, μόνο ό,τι αφορά, εμπεριέχει και αναφέρεται στη ζωή. Ο θάνατος, δεν σε αφορά…Σαν να μην υπάρχει. Σαν να είναι ένα μπλάκ χιούμορ που μια αρρωστημένη παραξενιά των… μεγάλων, δημιούργησε.
Θυμήθηκα μια ακόμα… «μαύρη» ιστορία, από τον χώρο της δουλειάς μου.
Είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά πιτσιρικάδες γυμνασιόπαιδες, (ηλικίες από 12 ως 15 το πολύ) έξω από την πόλη και μαζί με ένα μηχανάκι, κάναν πλάκες σούζες, φιγούρες, εκ περιτροπής. Ώσπου…
… ώσπου ένας, δεν ξέρω πώς ακριβώς, έπεσε με την μηχανή σε ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου και… έμεινε στον τόπο…
Εφημέρευα και ήμουν αραγμένη στο γραφείο μου στον χώρο των χειρουργείων, όταν δέχθηκα τηλεφώνημα, από τον χώρο των Επειγόντων:
-Διασωλήνωση για βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από τροχαίο στα Επείγοντα…
Κατέβηκα κάτω. Ο διάδρομος, γεμάτος από νεαρούς πιτσιρικάδες, που πειραζόντουσαν, γελούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους…
Μπήκα στον χώρο… μου έγνεψαν «dead», διασωλήνωσα, έκανα ΚΑΡΠΑ για μισή ώρα, απινιδώσεις… τίποτα. Σε κάποια φάση…εγκαταλείπεις.
-Ποιος είναι μαζί του? (ρώτησα)
-Οι πιτσιρικάδες έξω… (μου απάντησαν)
Βγήκα έξω μαζί με έναν της Τροχαίας, που άρχισε να ρωτάει τους μικρούς, για να μάθει τηλέφωνα και διεύθυνση.
-Τί κάνει ο Γ… μέσα?
-Ποιος είναι ο Γ…?
-Ο φίλος μας, με την μηχανή…
-Ο Γ… είναι νεκρός, δυστυχώς…
Δυο τρεις, πάγωσαν, δυο τρεις άλλοι, άρχισαν να γελάνε, όλοι όμως πλησίασαν το «όργανο»
-Τί λέει καλέ? (απευθύνθηκε ο μεγαλύτερος σε μένα)… Πεθαίνουν τα παιδιά? Πλάκα μας κάνει ο αστυνόμος?
-Φοβάμαι πως ο φίλος σας ναι… είναι νεκρός (ψέλλισα)
– Α, μην φοβάσαι γιατρέ… γιατρός δεν είσαι?… Μην φοβάσαι. Ή το κάνει επίτηδες για να μας τρομάξει, ή έπαθε καμιά… διάσειση και θα συνέλθει… Πλακώστε τον στις ενέσεις και θα δείτε… Είναι μικρός… Δευτέρα Γυμνασίου… Δεν πεθαίνουν έτσι εύκολα τα παιδιά… Θα δείτε…
Απομακρύνθηκα σιωπηλή, αφήνοντας στους Τροχαίους και τους γιατρούς των Επειγόντων, το βαρύ «φορτίο» της ενημέρωσης των οικείων…

«Πεθαίνουν τα παιδιά?»
Χρόνια με ταλάνιζε αυτό το «Πεθαίνουν τα παιδιά?», που ελέχθη, τόσο αθώα, με τόση ειλικρινή απορία, με… κοροϊδευτικό χαμόγελο…
Ακόμα με ταλανίζει…
😦
37e73e3db15186a1d325b27f085d4e36

 

Ετικέτες: , , ,

ΙΣΤΟΡΙΕΣ… ΒΟΤΚΑΣ

 

(ιστορία Νο 1)

-Ρε μπαμπά… μην πίνεις τόσο πολύ… δεν κάνει…
-Πρέπει να… πίνουμε Άννιτσκα. Όποιος δεν πίνει… μπορεί να πάθει αφυδάτωση.
-Μα βρε μπαμπά… αυτό το λένε για το νερό.
-Και η βότκα… νερό είναι девушка моя (κορούλα μου). Για ένα Ρώσο (Ουκρανός ήταν, αλλά δεν ξέρω το γιατί… έλεγε Ρώσος), είναι νερό.
-Τότε, γιατί λούζεσαι με νερό κι όχι με βότκα;
-Δεν μ’ αφήνει η μάνα σου… Όταν όμως, κόβω κανένα δάχτυλο, βάζω επάνω… βότκα.
-Μα… επειδή είναι οινόπνευμα βρε παπάκη.
-Σσσσσσ, Άννιτσκα, μην λες κακές λέξεις…
-Τί είπα?
-Οινόπνευμα…
🙂 🙂 🙂 3172a7391d8151bd6c037022b0ac1529 (1)
Λατρεμένε μου Ουκρανέ…
.
.
.

(ιστορία Νο 2)

-Άννιτσκα, πετάξου μέχρι του Σαμουρίδη (ποτοποιία στην γειτονιά μας… δεκαετία του ’50) και ζήτα να σου βάλει στο καραφάκι, 100 δράμια κονιάκ…
-Δεν πάω… θα με μαλώνει η μαμά.
-Άννιιτσκα, моя любов… (αγάπη μου)
-Τί το θέλεις?
-Άκου любов… Ξέρεις πως πάντα το βράδυ, πίνουμε με την мамочка (μανούλα) τσάι…
-Ναι…
-Βάζουμε και λίγη βότκα μέσα στο τσάι, ξέρεις…
-Ξέρω…
-Ε, όταν η мамочка, βγαίνει από την κάμαρα, εγώ πάντα συμπληρώνω το κενό, με λίγη βότκα ακόμα. Μπαινοβγαίνει συχνά και στο τέλος… το παίρνει χαμπάρι τί κάνω και μαζεύει τα τσάγια θυμωμένη…
-Χα χα χα χα!… φυσικά βρε παπάκη, αφού στο τέλος δεν υπάρχει τσάι μέσα στο φλυτζάνι, αλλά βότκα, που έχει χρώμα σαν το νερό…
-Γι αυτό σου λέω… Φέρε μου λίγο κονιάκ, να βάζω που έχει το ίδιο χρώμα με το τσάι… Να μην το καταλαβαίνει…
-Όχι παπάκη… Δεν πάω… Δεν θα μου δώσουν κονιάκ. Δεν πουλάει ο Σαμουρίδης κονιάκ στα μικρά παιδιά.
-Γιατί?
-Γιατί δεν κάνει λέει να πουλάει σε μικρά παιδιά οινόπνευμα.
-Σσσσσσ, Άννιτσκα, μην λες κακές λέξεις…
-Τί είπα?
-Οινόπνευμα…

🙂 🙂 🙂

ac7dab48123a3b57cbf5f31ddd44078c
Λατρεμένε μου, άπαιχτε Ουκρανέ μου…

 

Ετικέτες: ,

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ… (αφιερωμένο)

-Πω πω!…
-Τί?…
-Η καρδιά μου, κοντεύει να σπάσει, έτσι όπως χτυπάει σαν τρελή…
-Μήπως ανέβηκες τρέχοντας τους δυο ορόφους?
-Όχι… δεν είναι αυτό…
-Αλλά?
-Άστο…
-Να τηλεφωνήσω στον 4ο, να έλθει ένας καρδιολόγος να σε δει?
-Όχι…
-Να πάμε μαζί στον 4ο, στους καρδιολόγους?
-Όχι, σου λέω… όχι…
-Ξεκουράσου. Θα σου περάσει.
-Αποκλείεται…
-Να σου δώσω ένα ποτήρι νερό?
-Να μου δώσεις τα… χέρια σου, να τα κρατήσω λίγο…
______________________

«Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο
Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή»

(Ποίημα από τον τόμο Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά: Ποιήματα και επιστολές,
ανθολ.: Λιάνα Σακελλίου – μτφρ.: Λιάνα Σακελλίου, Αρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά, Gutenberg 2013)
————————————————————————-
Ένα ποίημα, αφιερωμένο στον «Κινέζο» μου…

c4d6b7e7ef99a2d58538b279bd0439b4

 

ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ… :)

Λοιπόν… κοίτα να δεις, τί θυμήθηκα τώρα:
Με ρώτησε κάποτε ο Τάκης: 
«Με απάτησες ποτέ?» Του απάντησα «ναι»… Χαμογέλασε και δεν το σχολίασε καθόλου. Τίποτα… niente.
Μια άλλη φορά:
«Αν πεθάνω πρώτος, θα ξαναπαντρευτείς?» Του απάντησα «ναι»… Χαμογέλασε και… ουδέν σχόλιο ή ερώτηση άλλη.
Άλλοτε πάλι:
«Αν κατέβουν τίποτα εξωγήινοι και σου πουν έλα μαζί μας στο διαστημόπλοιο, να σε πάρουμε στον δικό μας πλανήτη, θα πας?» Του απάντησα «ναι»… Θύμωσε και άρχισε την γκρίνια, «γιατί?» και «είσαι σοβαρή?» και «και πού θα μας αφήσεις εμάς?» και «προτιμάς την πάρτη σου, από μένα»…
————
Τελικά, ήταν παράξενος άνθρωπος.   🙂  🙂  🙂

exogiini-apantisan-cheretistirio-minima-gis-video

 

ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ… ΤΟ ΞΕΡΩ…

«Άννα, όσοι έφυγαν την ώρα της χειρουργικής επέμβασης πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, πετάνε από πάνω του τη νύχτα, μέχρι να τους διώξει το team του πρώτου πρωινού χειρουργείου»
… μου είπε κάποτε ένας πολύ καλός και πολύ παλιός διαδικτυακός μου φίλος…
——————-
Ο Τάκης, «έφυγε» την ώρα της επέμβασης πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, μετά από μια 11ωρη (περίπου) μάχη των χειρουργών του με τον Θάνατο. 
Είναι σίγουρο πως έμεινε εκεί, να πλανιέται μέσα σε μια αίθουσα χειρουργείου (χειρουργός ήταν), αλλά είναι εξ ίσου σίγουρο, πως κανένα team, δεν θα μπορούσε να τον διώξει από το μέρος, που πιο πολύ αγάπησε απ’ όλα…
Είναι εκεί… Το ξέρω…
Κυκλοφοράει ανάμεσα στους δίσκους και τα συρόμενα της εργαλειοδοσίας, πλανιέται γύρω από τους προβολείς και τους «δορυφόρους» τους, μετράει γάζες και κομπρέσες ριγμένες στο πάτωμα, ακουμπάει ελαφρά, πάνω στα πακέτα με τα αποστειρωμένα, ακροπατάει πάνω στις βιτρίνες με τα ράμματα, τα νυστέρια, και τα γάντια, ρίχνει κλεφτές ματιές στα monitors των Αναισθησιολόγων (… ίσως να με ψάχνει κιόλας, εκεί πίσω απ’ το μεγάλο οθώνιο που μας χωρίζει εμάς τους αναισθησιολόγους, από τον κυρίως χειρουργικό χώρο), χαϊδεύει τους ώμους των χειρουργών, έτσι όπως στέκεται πίσω τους… ίσως να χαϊδεύει και τα χέρια τους, έτσι όπως έκανε η Άννα από το Καζακστάν, που της έσωσε την ζωή με ένα πολύ βαρύ χειρουργείο, όταν του είπε «Δώσε μου γιατρέ να χαϊδέψω τα χέρια που με σώσανε» και του πέρασε στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού του την… βέρα της μουρμουρίζοντας «Δεν έχω λεφτά να σε πληρώσω -κι ας μην μου ζητάς- γι αυτό, θέλω να σου χαρίσω την βέρα μου, είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω»… Κι αυτό, ήταν πολύ σπουδαίο, γιατί η Άννα από το Καζακστάν, στα 70 της τότε… δεν είχε ποτέ αρραβωνιαστεί ή παντρευτεί, αλλά… «Ζήλευα γιατρέ, όταν ήμουν νέα, τις φίλες μου που μία-μία, παντρεύονταν κι εγώ όχι… γιατί εκείνα τα χρόνια εκεί στο Καζακστάν δεν σε έπαιρνε κανείς αν ήσουν φτωχή… γι αυτό κι εγώ, αγόρασα μια βέρα -αυτήν εδώ- και την φοράω από τότε… Είναι χρυσή γιατρέ… θέλω να την πάρεις»…
……
Είναι εκεί… Το ξέρω…
Κι εκεί, θα μείνει για πάντα, γιατί κανείς, όποιος κι αν είναι, ό,τι και να κάνει, δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί μέσα…
.
.
.
19429891_10211428637965842_1355214788717062218_n
 

Υ.Γ. Στον κρίκο από τα κλειδιά του, κουβαλούσε από τότε… τρεις βέρες. Της μητέρας του, την δικιά μου και της Άννας από το Καζακστάν

 
 

Ετικέτες: , ,

… γεμάτο λάσπες…

Όταν πέθανε ο Τάκης, πολλοί φίλοι μου, καλοπροαίρετα προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν με το «Είναι εκεί πάνω στον ουρανό και χαμογελάει που σε βλέπει» κι εγώ ήθελα να ουρλιάξω πως «είναι εκεί κάτω στην γη και το πρόσωπό του είναι γεμάτο λάσπες»… Έβρεχε εκείνη την ημέρα…
Και σήμερα βρέχει… Από το πρωί… Ασταμάτητα…
Και κάνει και κρύο.

98052306b299329510aab5eb53a405d2

 

Ετικέτες: , ,