RSS

Category Archives: αναπολήσεις

ΙΣΤΟΡΙΕΣ… ΒΟΤΚΑΣ

 

(ιστορία Νο 1)

-Ρε μπαμπά… μην πίνεις τόσο πολύ… δεν κάνει…
-Πρέπει να… πίνουμε Άννιτσκα. Όποιος δεν πίνει… μπορεί να πάθει αφυδάτωση.
-Μα βρε μπαμπά… αυτό το λένε για το νερό.
-Και η βότκα… νερό είναι девушка моя (κορούλα μου). Για ένα Ρώσο (Ουκρανός ήταν, αλλά δεν ξέρω το γιατί… έλεγε Ρώσος), είναι νερό.
-Τότε, γιατί λούζεσαι με νερό κι όχι με βότκα;
-Δεν μ’ αφήνει η μάνα σου… Όταν όμως, κόβω κανένα δάχτυλο, βάζω επάνω… βότκα.
-Μα… επειδή είναι οινόπνευμα βρε παπάκη.
-Σσσσσσ, Άννιτσκα, μην λες κακές λέξεις…
-Τί είπα?
-Οινόπνευμα…
🙂 🙂 🙂 3172a7391d8151bd6c037022b0ac1529 (1)
Λατρεμένε μου Ουκρανέ…
.
.
.

(ιστορία Νο 2)

-Άννιτσκα, πετάξου μέχρι του Σαμουρίδη (ποτοποιία στην γειτονιά μας… δεκαετία του ’50) και ζήτα να σου βάλει στο καραφάκι, 100 δράμια κονιάκ…
-Δεν πάω… θα με μαλώνει η μαμά.
-Άννιιτσκα, моя любов… (αγάπη μου)
-Τί το θέλεις?
-Άκου любов… Ξέρεις πως πάντα το βράδυ, πίνουμε με την мамочка (μανούλα) τσάι…
-Ναι…
-Βάζουμε και λίγη βότκα μέσα στο τσάι, ξέρεις…
-Ξέρω…
-Ε, όταν η мамочка, βγαίνει από την κάμαρα, εγώ πάντα συμπληρώνω το κενό, με λίγη βότκα ακόμα. Μπαινοβγαίνει συχνά και στο τέλος… το παίρνει χαμπάρι τί κάνω και μαζεύει τα τσάγια θυμωμένη…
-Χα χα χα χα!… φυσικά βρε παπάκη, αφού στο τέλος δεν υπάρχει τσάι μέσα στο φλυτζάνι, αλλά βότκα, που έχει χρώμα σαν το νερό…
-Γι αυτό σου λέω… Φέρε μου λίγο κονιάκ, να βάζω που έχει το ίδιο χρώμα με το τσάι… Να μην το καταλαβαίνει…
-Όχι παπάκη… Δεν πάω… Δεν θα μου δώσουν κονιάκ. Δεν πουλάει ο Σαμουρίδης κονιάκ στα μικρά παιδιά.
-Γιατί?
-Γιατί δεν κάνει λέει να πουλάει σε μικρά παιδιά οινόπνευμα.
-Σσσσσσ, Άννιτσκα, μην λες κακές λέξεις…
-Τί είπα?
-Οινόπνευμα…

🙂 🙂 🙂

ac7dab48123a3b57cbf5f31ddd44078c
Λατρεμένε μου, άπαιχτε Ουκρανέ μου…

 

Ετικέτες: ,

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ… (αφιερωμένο)

-Πω πω!…
-Τί?…
-Η καρδιά μου, κοντεύει να σπάσει, έτσι όπως χτυπάει σαν τρελή…
-Μήπως ανέβηκες τρέχοντας τους δυο ορόφους?
-Όχι… δεν είναι αυτό…
-Αλλά?
-Άστο…
-Να τηλεφωνήσω στον 4ο, να έλθει ένας καρδιολόγος να σε δει?
-Όχι…
-Να πάμε μαζί στον 4ο, στους καρδιολόγους?
-Όχι, σου λέω… όχι…
-Ξεκουράσου. Θα σου περάσει.
-Αποκλείεται…
-Να σου δώσω ένα ποτήρι νερό?
-Να μου δώσεις τα… χέρια σου, να τα κρατήσω λίγο…
______________________

«Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο
Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή»

(Ποίημα από τον τόμο Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά: Ποιήματα και επιστολές,
ανθολ.: Λιάνα Σακελλίου – μτφρ.: Λιάνα Σακελλίου, Αρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά, Gutenberg 2013)
————————————————————————-
Ένα ποίημα, αφιερωμένο στον «Κινέζο» μου…

c4d6b7e7ef99a2d58538b279bd0439b4

 

ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΟΥ

Σαν σήμερα, είχες τα γενέθλια σου…
Θα «έκλεινες» τα 68 σήμερα, του Αγίου Στεφάνου.
-Απορώ, πως η βαθιά θρησκευόμενη μαμά σου, δεν κατάφερε να σε βαφτίσουν… Στέφανο (σε ρωτούσα).
-Δεν περνάν αυτά στους… Πελοποννήσιους (μου απαντούσες κοροϊδεύοντας, πάντα με το παροιμιώδες σου χαμόγελο).
…..
Είχες μια μικρή… κακοκεφιά, μια μικρή θλίψη κάθε τέτοια ημέρα. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω το γιατί.
Κάνε πλάκα, να είσαι θλιμμένος πάλι σήμερα εκεί… «πάνω»… ή «κάτω» που είσαι (δεν ξέρω και πού στο καλό βρίσκεσαι).
Θα σου ομολογήσω κάτι και μην το πάρεις προσωπικά και μελαγχολήσεις περισσότερο:
Εγώ Τάκη, σ’ αυτά τα γενέθλια σου… σήμερα… είμαι ευτυχισμένη. Κι αυτό, γιατί έχω στην αγκαλιά μου, μια μικρή… «συνέχεια» σου… Τον 5μηνο εγγονό μας, που είναι όμορφος, κοινωνικός, αγκαλίτσας, στρουμπουλός, και χαμογελάει σε όλους, όπως κι εσύ.

(Η φωτογραφία, από τα τελευταία σου γενέθλια)

1535374_10201846469297614_728207392_n-2

(και μια φωτογραφία ακόμη με τον… «αγκαλίτσα»)

15740838_10209771384895551_444771969784787553_n

 

Ετικέτες: ,

ΤΣΑΪ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ…

b0e1841bce48edb680945700fec002dc

Ενθυμού και μη λησμόνει.
πίνε τσάι με λεμόνι.
Βούτα κι ένα μπισκοτάκι
και θυμήσου τον… Κωστάκη»
_______________________
Ασυμπλήρωτα τα 17, με την… ορμονική θύελλα να με παραμονεύει, μεσούσης της Β’ Λυκείου, ερωτεύτηκα κι εγώ, ευπειθής στις προσταγές της… Φύσης, έναν… ονόματι Κώστα…
Και όλα καλά θα πήγαιναν, αν δεν είχα την φαεινή έμπνευση, να γράψω το παραπάνω… ποιητικό πόνημα, στο βιβλίο της Χημείας και συγκεκριμένα, στα περιθώρια όλων των σελίδων, μέχρι το μάθημα εκείνης της ημέρας. Το άχαρο μέχρι τότε, βιβλίο της Χημείας, γέμισε από τον νεανικό μου έρωτα, διανθισμένο με λουλουδάκια, πεταλουδίτσες, καρδούλες, βέλη και άλλα σχετικά (ξέρετε εσείς 😉 ), μέχρι το κεφάλαιο «Κεκορεσμένες μονοσθενείς αλκοόλες – Αιθανόλη», που… μισοδιαβασμένο καθώς το είχα, (την επόμενη ώρα είχαμε Χημεία) σκέφτηκα να το διαβάσω στο διάλειμμα και όρμηξα έξω με το βιβλίο ανά χείρας…
-Μωρή γιδούλα, έλα εδώ!… (Η «Φωφώ»… η Φυσικός μας, μια σπουδαία μαγκίτισσα δασκάλα, που εδώ που τα λέμε, μας έμαθε άριστη Φυσική και Χημεία, στις τρεις τάξεις του Λυκείου… με σταμάτησε έξω από την τάξη… Ανατρίχιασα ελαφρά…)
-Ορίστε κυρία…
-Δώσε μου το βιβλίο , να ρίξω μια ματιά, στο παρακάτω που θα σας διδάξω.
-Μα, κυρία… Θέλω κι εγώ να ρίξω μια ματιά…
-Γιατί μωρέ?… Δεν διάβασες στο σπίτι?
-Εσείς καλέ κυρία, δεν διαβάσατε στο σπίτι?…
-Κοίτα θράσος η κατσίκα!!… Δώσε εδώ το βιβλίο και… εξαφανίσου… (με μια κίνηση, το βιβλίο, πέρασε στα χέρια της και η ίδια, έκανε μεταβολή…)
… Έμεινα ακίνητη να την κοιτάζω. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο. Φορούσε εκείνο το παλτό, από μπουκλέ ύφασμα… εκείνο που κοροϊδευτικά, το λέγαμε… «κουρελού». 1,2,3,4,5, βήματα και… σταμάτησε. Η καρδιά μου, έπαιζε ντραμς, σε χεβυμεταλλάδικη συναυλία… Γύρισε και κρατώντας με κόπο το χαχανητό της (την ένιωθα… πως ήθελε να γελάσει. Είχα από καιρό ταυτισθεί κατά κάποιο τρόπο μαζί της), μου σφύριξε φιδίσια:
– Κανονικά, θά’ πρεπε τώρα , να το πάω και να το δείξω στον… Γκότση (ο στριμμένος Λυκειάρχης μας και… σύζυγος της), να φας καμιά… τριήμερη να μάθεις, που έκανες την Χημεία… ερωτικό Λεύκωμα… Αλλά, δεν θα το κάνω, γιατί σ’ αγαπώ παλιοκατσίκα… και σ’ αγαπώ, γιατί αγαπάς την Χημεία και την Φυσική και… μια μέρα, πιστεύω πως θα με κάνεις περήφανη γι αυτήν σου την αγάπη…. Τί έγινε? γιατί δεν καλοδιάβασες?… Ραντεβού ήσουν χθες?
…Δεν απάντησα, αλλά όλα επάνω μου φώναζαν «ΝΑΙ»… Ήθελα να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω επί τόπου, αλλά τότε ήταν που θα άρπαζα καμιά… 10ήμερη.
-Να προσέχεις βλαμμένο! Να προσέχεις, μην χάσεις την αγάπη για την Χημεία (μου μουρμούρισε και ξανάκανε μεταβολή, αφήνοντας μου το ποιητικά στολισμένο βιβλίο μου)
Λίγο παρακάτω, την άκουσα:
-Έλα εδώ ρε «ψηλέα»… Δώσε μου την Χημεία σου να ρίξω μια ματιά στο παρακάτω. Εσένα δεν σου χρειάζεται, διαβασμένος είσαι πάντα κλπ, κλπ…
_________________________
Την ιστορία, την θυμήθηκα σήμερα, ακούγοντας αυτό:

 

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ

Όταν γνώρισα τον Τάκη, φορούσε ένα βαθυπράσινο, κυπαρισσί… πουλόβερ (Χειμώνας του 1970).
Τότε, νόμισα πως… ήταν αυτό που αντανακλούσε στα μάτια του και τα έκανε… πράσινα. Όμως αργότερα, όταν φόρεσε ένα σοκολατί πουλόβερ, πάλι πράσινα ήταν…
Το σκέφτομαι αυτό, κάθε φορά, που μένω να χαζεύω τα καταπράσινα μάτια των γιων μας…
……….
Ο πράσινος κῆπος
—————————-
Ἔχω τρεῖς κόσμους.
Μιὰ θάλασσα, ἕναν οὐρανό
κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μποροῦσα ἂν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς,
νὰ σᾶς ἔλεγα ποῦ φτάνει ὁ καθένας τους.
Ἡ θάλασσα, ξέρω.
Ὁ οὐρανός, ὑποψιάζομαι.
Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.

(Νικηφόρος Βρεττάκος)

 

Καληνύχτα чайка (τσάικα)…


fb51f56b3ff358c9ed246cee2ec90a3d
Καθόμασταν σε ένα παγκάκι, στην Νέα Παραλία… Θεσσαλονίκη του 1970… φοιτητές…

Άστεγοι εραστές, καθώς ζούσαμε και οι δυο στα σπίτια των γονιών μας…
Φτώχεια, βάρβαρη…
Έτσι λοιπόν, καθόμασταν στα παγκάκια της Νέας Παραλίας, τρώγοντας σπόρια, καπνίζοντας χύμα τσιγάρα «Κιρέτσιλερ», φιλοσοφώντας, ψιλομαλώνοντας καμιά φορά και χαζεύοντας τους γλάρους…

-Θα σε φωνάζω «γλάρο» (μου είπε κάποτε)… Θα είσαι ο γλάρος μου… Τόσο γαλήνια, τόσο λευκή, τόσο ελεύθερη.
чайка (τσάικα)… чайка τον λένε στα Ρώσικα τον γλάρο…
чайка λοιπόν… Θα σε φωνάζω чайка
—————————–
Το βράδυ της παραμονής του χειρουργείου του (απ’ το οποίο, δεν «ξύπνησε» ποτέ), πήρα τα δυο του χέρια στα χέρια μου και φιλώντας τα:
-Καληνύχτα μωρό μου (του είπα)
-Καληνύχτα чайка (μου είπε)…

d3bea13ebbf8c1b938f16529a0666dee

 

«Μούρκα» (η γάτα , που δεν είχε την αγάπη της μάνας της)

Διαβάζοντας αυτό  , θυμήθηκα μια ιστορία απ’ τα παλιά και σκέφτηκα να σας την «πω» σαν αφιέρωμα στην σημερινή (εντάξει …χθεσινή … προχθεσινή , έστω … μην διαμαρτύρεστε , άργησα λίγο)  Ημέρα της Μητέρας .
—————————————————————
Σαν ήμουνα παιδί (το πάλαι ποτέ … 10ετία του ’50) , κάθε νοικοκυρόσπιτο για να είναι «καθώς πρέπει» , όφειλε να έχει τουλάχιστον … μία γάτα … Τα ποντίκια βλέπετε … Άλλωστε μια γάτα καθαρή (σπιτίσια) και καλοταϊσμένη έδειχνε νοικοκυροσύνη , κάποια ευμάρεια , αστική κουλτούρα και αέρα πολιτισμού , γιατί εντάξει … δεν υπήρχαν τηλεοράσεις , πολλές εφημερίδες ή internet τότε , αλλά όλο και κάπως όλοι είχαν τις πληροφορίες τους από την «πολιτισμένη» Δύση , όπου αναπτυσσόταν η περίφημη … φιλοζωία και τα λεγόμενα … «κατοικίδια» .
Έτσι λοιπόν και το δικό μας σπιτικό , είχε την δική του (πολυαγαπημένη) γάτα , την Ριρή , που γεννούσε …μόνο ένα γατάκι την φορά (το γιατί «γεννούσε» μόνο ένα γατάκι την φορά , θα το μάθετε αν κάνετε κλικ εδώ (γιατί την ιστορία την έχω διηγηθεί και δεν μου αρέσει να πλατειάζω και να επαναλαμβάνομαι …. που μου αρέσει δηλαδή , αλλά ας μην το κάνουμε τώρα θέμα… ) .
Αυτό το … μοναδικό εποχιακό γατάκι , το μεγαλώναμε η μάνα του η Ριρή κι εμείς , (το ανθρώπινο δηλ. δυναμικό του σπιτικού μας) , με μεγάλη αγάπη και φροντίδα κι όταν γινόταν μια μεγάλη γατούλα , το δίναμε για «υιοθεσία» σε κάποιο άλλο σπιτικό ή μαγαζί που χρειαζόταν γάτα , αλλά το ψάχναμε το θέμα προσεκτικά , γιατί έπρεπε αυτός που θα έπαιρνε το γατί , να το αγαπάει και να το φροντίζει όπως κι εμείς … τουλάχιστον …
Έτσι είχαν τα πράγματα , όταν στο απέναντι εγκαταλελειμμένο οικόπεδο , κάποιοι ανάλγητοι … πέταξαν τρία νεογέννητα γατάκια και άρχισε το δράμα το δικό μου και της μαμάς μου … Τα γατάκια «έκλαιγαν» σπαραχτικά (αυτό ήταν το δικό μου δράμα) κι εγώ έκλαιγα … σπαραχτικότερα (κι αυτό ήταν το δράμα της μαμάς μου) . Κάποιες (ανάμεσα στους λυγμούς και οδυρμούς μου) μικρονύξεις … «να πάμε να τα πάρουμε στο σπίτι για δικά μας» , έπεφταν στο κενό , με το «όχι» της μάνας μου στηριζόμενο σε ατράνταχτα επιχειρήματα του είδους «θα τα δέρνει η Ριρή» , ή το ακόμη ισχυρότερο «δεν έχουμε λεφτά να ταΐζουμε πολλές γάτες» … Τα «έκθετα» γατάκια , άρχισαν σιγά σιγά να «φεύγουν» σε χλοερούς τόπους («και οι γάτες , κάπου χλοερά πηγαίνουν» , μου έλεγε για παρηγοριά ο μπαμπάς μου , αλλά αυτό χειροτέρευε τα πράγματα) , ώσπου αποφάσισα την μικρή μου … «επανάσταση» . Βροντώντας πίσω μου την πόρτα , πήγα και μάζεψα το τελευταίο μισοπεθαμένο γατάκι και τό’ φερα στο σπίτι … Η μάνα μου με άρπαξε από το μαλλί , αλλά αμέσως με άφησε γιατί …
– Θα … ψοφήσει … Ούτε τα ματάκια του δεν έχει ανοίξει ακόμα … Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την μάνα του …
… είπε μαλακωμένη λίγο … και μετά , βλέποντας την ικεσία στα μάτια μου …
– Θα είσαι όμως εσύ υπεύθυνη για το πού θα το δώσουμε … Δεν θα τρέχω να παρακαλάω εγώ , δεξιά κι αριστερά … σταμάτα να χοροπηδάς και φέρε μου το μικρό σταγονόμετρο και … το γάλα …
2573513
 .
– Να το λέμε «Μούρκα» , που είναι Ρώσικο γατίσιο όνομα και σημαίνει «Μια όμορφη γάτα , σαν την Αλεξάνδρα» , αστειεύτηκε ο μπαμπάς μου , αλλά η μάνα μου τον αγριοκοίταξε και την έκοψε την πλάκα …
Ωστόσο της γατούλας , της έμεινε το «Μούρκα» .
 
.
Η Μούρκα  επέζησε , μεγάλωσε και έγινε μια φουντωτή , πανέμορφη και πολύχρωμη γάτα  , και πολύ την αγαπούσαμε όλοι (μέχρι και η Ριρή την είχε συνηθίσει και δεν της ριχνόταν όπως στην αρχή) , όμως …
…όμως , είχε έρθει η ώρα , πια να φεύγει από το σπίτι μας …
Είχα κάνει όλους αυτούς τους μήνες μια … προεργασία , αλλά τίποτα δεν μου γέμιζε το μάτι , τίποτα δεν με ικανοποιούσε , τίποτα δεν με έπειθε πως εκεί που θα πήγαινε η Μούρκα μας θα περνούσε καλά …’Ωσπου …
…ώσπου σαν χαμόγελο της Μοίρας (γιατί πρέπει να ξέρετε , πως οι «Μούρκες» αυτού του κόσμου , έχουν κι αυτές καμιά φορά , χαμόγελα της Μοίρας) , άκουσα την κυρία Βαρτουΐ , που μου μάθαινε Αγγλικά , να μουρμουρίζει :
– Πάει και τέλειωσε … πρέπει να πάρω μια γάτα … γεμίσαμε ποντίκια . Μια γάτα θηλυκιά , όμορφη , κυνηγιάρα , και με … καλούς τρόπους …
-Έχουμε εμείς μια τέτοια γάτα για δόσιμο … αλλά τί σημαίνει «με … καλούς τρόπους» , για μια γάτα ; (είπα δειλά-δειλά)
– Να είναι καθαρή , να μην σχίζει τις κουρτίνες , να μην κλέβει από την κατσαρόλα , γενικά να είναι να … σαν την Ριρή σας … Ξέρω εγώ … Μου τα λέει η μάνα σου … Αν το γατί είναι της Ριρής σας και της μοιάζει , να το πάρω … Της γάτας σας δεν είναι ;…
– Της γάτας μας βεβαίως … Ποιας άλλης ;
Τα ψέμματα , δεν ήσαν το καλύτερο μου , γιατί έναν φόβο για την … Δευτέρα Παρουσία , όπου ο καλός Θεός , (όπως μας έλεγε ο παπα-Παύλος στο υποχρεωτικό της εποχής μας κατηχητικό) θα έπιανε όποιον έλεγε ψέμματα από τα μαλλιά και θα τον πετούσε στο μεγάλο καζάνι της Κόλασης … το είχα , παρ’ όλο που η μαμά μου με παρηγορούσε με το περίφημο «Μην σκιάζεσαι … τόσο ανάφαγη που είσαι θα σου πέσουν απ’ την αβιταμίνωση τα μαλλιά και ως τότε δεν θα έχεις ούτε μια τρίχα στο κεφάλι σου και έτσι ο Θεός , θα σε πιάσει από αλλού και δεν θα πονέσεις» .
Παρ’ όλα αυτά , όμως , το ψέμμα μου αυτό , ήταν για καλό σκοπό και έτσι η Μούρκα , πέρασε επιτυχώς από την αγκαλιά μου στην αγκαλιά της κυρίας Βαρτουΐ , που εδώ που τα λέμε ήταν και καλύτερη … Μεγάλη , ζεστή και αφράτη σαν … πρωινό ψωμί .
– Θα την φωνάζω «Εμπριμέ» , είπε η κ. Βαρτουΐ όταν την είδε , αλλά …
– Την λένε Μούρκα … αποτόλμησα και η καλή μου δασκάλα των Αγγλικών , δεν είχε αντίρρηση …
Έτσι όλα πήγαν καλά για την ορφανή Μούρκα … Για την ώρα βέβαια , γιατί το να μην έχεις μάνα , να σε μεγαλώνει με αγάπη , έχει και τις συνέπειες του …
Αυτό το τελευταίο , το έμαθα δυο χρόνια μετά , όταν …
—————————-
– Η Μούρκα μου είναι πολύ άρρωστη … μας δήλωσε η κυρία Βαρτουΐ  … Δεν τρώει , δεν παίζει , κι ο ανόητος ο Ραμαντάν , που μας το παίζει κτηνίατρος εδώ , μου είπε πως είναι γεράματα … Είναι δυνατόν ?… γριά , μια γατούλα 3 χρόνων ? Θα μαζέψω λεφτά και θα την πάω στον καλό κτηνίατρο , στην Καβάλα … Εδώ ο δικός μας , μόνο για αγαλάδες και άλογα ξέρει … κι εκείνα , μισά .
Την εποχή εκείνη , τα 56 χιλιόμετρα , που χώριζαν την πόλη μας από την Καβάλα , απαιτούσαν ένα σχεδόν … περιπετειώδες ταξίδι , δυο ωρών , και όλοι θαυμάσαμε την φιλοζωία της κ. Βαρτουΐ , κι εγώ … ακόμα περισσότερο . Μέχρι που ανέβηκε και κανά δυό σκαλιά στην εκτίμησή μου , γιατί ομολογώ , πως δεν την είχα και σε μεγάλη εκτίμηση (Αυτό το τελευταίο , θα το καταλάβετε , αν κάνετε ένα κλικ εδώ και έχετε φυσικά και την υπομονή να διαβάσετε το … μακρυνάρι , στο οποίο παραπέμπει) .
Έτσι κι έγινε . Η άρρωστη γατούλα , ταξίδεψε μαζί με την κυρά της , στην γειτονική μεγάλη πόλη , μέσα σε ένα καλάθι ντυμένο με καρό μαξιλαράκια και γύρισε … ακόμα πιο άρρωστη … 
– Ο αλμπάνης … ο παλιοαπατεώνας … ο άσχετος (ο κτηνίατρος) , που μου πήρε και λεφτά , για να μου πει πως η Μούρκα μου έχει μια αρρώστια , που προκαλείται στα γατιά που δεν … θήλασαν μητρικό γάλα και δεν ένιωσαν την αγάπη και την ζεστασιά της μητρικής αγκαλιάς και πως δεν υπάρχει κάποιο φάρμακο που να την κάνει καλά … Τζάμπα του έλεγα πως η γάτα μου , είναι από σπίτι και πως έζησε με την μάνα της ένα χρόνο … Αυτός , το δικό του … τις ανοησίες του … Πάει … μου είπε , πως θα πεθάνει , , η Μούρκα μου … Αν είχα λεφτά , θα του έκανα … μήνυση …
Πρώτη φορά στην (μέχρι τότε) ζωή μου , χάρηκα που κάποιος …, δεν είχε λεφτά … Πίστευα πως μια … δίκη του καημένου του Καβαλιώτη κτηνίατρου , θα έφερνε στο φως την … «απατεωνία» και το ψέμα μου και θα κατέληγα σε κανένα μπουντρούμι , για το υπόλοιπο της ζωής μου … Πίστευα βλέπετε , τότε ακόμη , στην … Δικαιοσύνη .
Η Μούρκα , πράγματι , μας άφησε χρόνους , λίγες ημέρες , μετά . 
Δεν … «ομολόγησα» , ποτέ μου …
 
 
 

Ετικέτες: ,