RSS

Category Archives: λόγος

… ΗΜΩΝ, ΤΩΝ…

1bfc22fb47b15da3edc0788d77d47310

Ασταθής, Παρορμητική, Επιπόλαιη.
Πώς? δεν καταλάβατε?
Μα… για την καρδιά μας μιλάω
… ημών, των βαθιά συναισθηματικών
… ημών των δυστυχούντων εν μέσω χαράς
… ημών των ευτυχούντων εν μέσω άπατης ηλιθιότητας
… ημών των… «σήμερα εδώ και αύριο εκεί»
… ημών των τέκνων της αγρύπνιας
… των στενών συγγενών της αφηρημάδας
… των καρδιακών φίλων της ερωτοτροπίας με ένα ξεραμένο λουλουδάκι
… με ένα σύννεφο
… με τον φλοίσβο
… με το χαλίκι που μας πλήγωσε
… με το τηλέφωνο που δεν χτυπάει
… με μια φωτογραφία που ξεθώριασε
… με ένα όνομα, που κομματιάζει την γλώσσα μας…
________________________
Καλημέρα κόσμε αγαπημένε…

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , ,

ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ

Ήταν Μάης του 1985 … στα τελευταία του (ο Μάης) , όταν ήρθες να μας «δεις» , στην μικρή επαρχιακή μας πόλη του Βορρά , όπου ζούσα τα τελευταία χρόνια . Ήρθες να μας «δεις» , στα πλαίσια της προεκλογικής εκστρατείας των εκλογών του Ιουνίου του ’85 .
Είπα να έρθω να σε ακούσω . Με γοήτευε πάντα ο Λόγος σου .  Χειμαρρώδης , γλαφυρός , αριστοτεχνικός , προσηνής , αποφθεγματικός , αναλυτικός και συνθετικός συνάμα ,… Πολύτιμος … Είπα να έρθω να σε ακούσω , για ακόμα έναν λόγο . Σε … λάτρευα . Ήσουν το ίνδαλμά μου , το πρότυπο μου , κάτι σαν είδωλο . Με ενέπνεες , με οδηγούσες , με γέμιζες ιδέες και ιδανικά , ήσουν για μένα δάσκαλος , κήρυκας , διαφωτιστής , φορέας ιδεών , παράδειγμα …
Είπα να πάρω και το … μωρό (τον μικρό μου γιο) μαζί μου . Ο καιρός ήταν καλός και θα διασκέδαζε με μια βόλτα στην πλατεία .
Το … μωρό … Με ανησυχούσε ο μικρός , που στον ενάμισυ χρόνο της ζωής του (ήταν περίπου 18 μηνών τότε) , δεν περπατούσε ακόμα . Τι σε γιατρούς το έτρεξα , τι γρίνιαξα , τι άγρυπνες νύχτες από αγωνία μην έχει τίποτα κακό , έζησα … Όλοι μου έλεγαν , πως δεν έχει τίποτα , απλά είναι λίγο … «τεμπέλης» και πολύ δισταχτικός , και πως θα έρθει η ώρα , που θα το αποφασίσει και θα τα καταφέρει να περπατήσει μόνος του …
Τον έβαλα λοιπόν στο καροτσάκι του , τον ασφάλισα πρόχειρα με τις ζώνες και κατηφορήσαμε για την πλατεία , όπου θα μιλούσες …. Όχι , δεν ήταν κατάμεστη η πλατεία . Στα μέρη αυτά , τότε , δεν ήσουν ιδιαίτερα γνωστός , αλλά εντάξει … είχε τον κόσμο της . Δεν στάθηκα μπροστά – μπροστά , γιατί είχα αργήσει λίγο …
Είπα να έρθω να σε ακούσω , αλλά και να σε δω , γιατί ποτέ δεν είχε τύχει να σε δω δια ζώσης , αλλά … δεν τα κατάφερα γιατί απλός , σεμνός , ένα με τους ανθρώπους της πλατείας , δεν χρησιμοποίησες κάποιο μπαλκόνι , ή κάποιο βάθρο , αλλά στάθηκες εκεί … απέναντι από τους ανθρώπους που ήρθαν να σε ακούσουν , ένας προς έναν , κοιτάζοντας τους στα μάτια , χωρίς δισταγμό , χωρίς αιδώ , χωρίς φόβο ή ντροπή , κάτι που θαρρώ , πως δεν ξαναείδα στη ζωή μου …
Και «ήρθε» ο Λόγος σου και «χάιδεψε τον Νου μου … Και ξεχάστηκα , και παρασύρθηκα , και αφαιρέθηκα , και «ταξίδεψα» και ούτε που κατάλαβα πως και πόση ώρα πέρασε , μα όταν σε κάποια στιγμή έρριξα το βλέμμα μου στο καροτσάκι μπροστά μου , το μωρό … δεν ήταν εκεί …
Απότομη κλιμάκωση του φόβου , από το απλό σκιάξιμο , μέχρι τον απόλυτο πανικό … Τι έγινε ;… Κάποιος είχε κλέψει το μωρό μου ;… Και πως δεν το είχα πάρει είδηση ;… Στον απόλυτο πανικό επάνω , στρογγυλοκάθησε και η απόλυτη ενοχή … Στριφογύρισα γύρω από τον εαυτό μου κανα δυό φορές και  «σάρωσα» τον γύρω χώρο και τα πρόσωπα αυτών που στεκόντουσαν πίσω μου … Τίποτα … Αδιαφορία και το μωρό μου … πουθενά . Στιγμές μόνο , λίγο πριν μου φύγει η «παγωμάρα» και αρχίσω τις υστερίες , πρόσεξα κάποιον χαμογελαστό μεσήλικα πίσω μου , που μου μου έδειχνε με το δάχτυλο … προς το μέρος σου … Ξαναγύρισα μπροστά και σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους ανθρώπους γύρω μου , έφτασα στο κενό των δυο-τριών μέτρων , που σε χώριζε από το ακροατήριο σου …
Τότε τον είδα τον μικρό μου , να προχωράει (σχεδόν να τρέχει) με μικρά ασταθή βήματα προς το μέρος σου . Φτάνοντάς σε , αρπάχτηκε από το παντελόνι σου , αιωρήθηκε ελαφρά , χάνοντας πια την ισορροπία του και λίγο πριν σωριαστεί κάτω , έσκυψες και … βρέθηκε στην αγκαλιά σου …
– Ποιανής … αφηρημένης μάνας , είναι αυτός ο … ΚουΚουές  Εσωτερικού ;…
Με είχες δει … Με κοίταζες και μου χαμογελούσες … 
– Δικός μου [μουρμούρισα , την ώρα που τον απίθωνες στην αγκαλιά μου] . Συγγνώμη … Αφαιρέθηκα … Έχασα την προσοχή μου … Παρασύρθηκα από τα λόγια σας … και δεν κατάλαβα για πότε έλυσε την ζώνη , σηκώθηκε , έφυγε και ήρθε ως εδώ … Άλλωστε , δεν περπατάει ακόμα … Δεν περπατούσε , ως τώρα ήθελα να πω … Ξεμυαλίστηκα …
Θαρρώ ότι … κοκκίνησες … Αλλά δεν είμαι σίγουρη … Μπορεί και να μου φάνηκε …
.
.
.
Καλή σου ώρα για εκεί , όπου ξεκίνησες να πας σήμερα το πρωί Λεωνίδα …
Καλή «θητεία» στις στρατιές των Αγγέλων , όπου «κατατάχτηκες» .
 

Ετικέτες: ,

ΣΑΒΒΑΤΟ 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011 , ώρα : 00.05 …

Κατέβηκε αλαφιασμένη από το ταξί , «πέταξε» ένα 20ευρω στον ταξιτζή και χωρίς να περιμένει ρέστα , βάλθηκε να φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην είσοδο της πολυκατοικίας της … Επί σκοπώ , είχε σταματήσει το ταξί ένα τετράγωνο πιο μπροστά από το σπίτι της , παρ’ όλο που βιαζόταν … Ε , μην την πάρει και κανένα μάτι να κατεβαίνει από ταξί … Τί ταξί χρειάζεσαι για να πας στον συνοικιακό κινηματογράφο , 200 μέτρα πιο κάτω ;… Φύλαγε τα ρούχα σου …κλπ…
Λίγο πριν ξεκλειδώσει την πόρτα της πολυκατοικίας  , «άνοιξε» το κινητό που είχε «κλείσει» την ώρα που ξεκλείδωνε την πόρτα της γκαρσονιέρας , σε άλλη πολυκατοικία , πριν δυο περίπου ώρες … Στον καθρέφτη της εισόδου της οικοδομής , έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της και διόρθωσε το στραβοκουμπωμένο πουκάμισο . Μέσα στο ασανσέρ , έβγαλε το σκισμένο καλσόν και το παράχωσε γρήγορα-γρήγορα στο βάθος της τσάντας και συγχρόνως κάλυψε πρόχειρα με μια γενναία δόση consealer την «πιπιλιά» στην βάση του λαιμού της χαμογελώντας αυτάρεσκα , αλλά και ελαφρά ανατριχιασμένη . Ίσα που πρόλαβε … Ευτυχώς … ρετιρέ . Λίγο πριν ξεκλειδώσει την πόρτα , πέρασε λίγο κραγιόν στα τυφλά πάνω στα χείλη και παίρνοντας βαθιά ανάσα … μπούκαρε μέσα …
Σχετική ησυχία . Ο σύζυγος , μισοξαπλωμένος μπροστά στην TV , έβλεπε τις νυχτερινές ειδήσεις . Τα παιδιά δέρνονταν (όχι σπουδαία πράγματα … ψιλοσφαλιάρες μόνο) κάπου στα μέσα δωμάτια . Ο γάτος , την αγνόησε … Αχ , ας την «αγνοούσε» και ο άλλος ξαπλωμένος «γάτος» … Αλλά , πού τέτοια τύχη …
– Πού ήσουν ;… Άργησες …
– Ε , όχι και άργησα … ούτε 12 δεν είναι ακόμα …
…είπε καθώς σήκωνε το μανίκι για να δει την ώρα , αλλά μάταια … Το ρολόϊ της , έλειπε … «Αναπαύονταν» ξεχασμένο έξω απ’ την ντουζιέρα της μίζερης γκαρσονιέρας ΤΟΥ … Έρριξε μια γρήγορη ματιά στην οθόνη του κινητού …
… «Στο σινεμά ήμουν … βραδυνή προβολή … μόλις τέλειωσε», ήθελε να πει αλλά κοιτάζοντας στην οθόνη του κινητού , εκείνο το : » Σάββατο 2 Απριλίου , ώρα : 00.05″ της «μπήκε» ο διάολος που λένε και το αποφάσισε :
– Ήμουν με τον … γκόμενο … Έκανα επί 2ωρο ένα φοβερό σεξ μωρό μου, με πολλαπλούς οργασμούς τόσο έντονους , που με το ζόρι στέκομαι στα πόδια μου. Φτιάξε μόνος σου βραδινό και φρόντισε τα παιδιά, γιατί είμαι για βουτιά στο κρεβάτι επί τόπου !» …
– Τί λες ;… Είσαι με τα καλά σου ;… (είχε σηκωθεί από τον καναπέ και τραύλιζε ελαφρά) … Τα παιδιά έφαγαν … Παραγγείλαμε πίτσα … Εσύ στο σινεμά δεν είπες πως θα πήγαινες ;… μα τί λέω ;… ΤΙ ΛΕΣ ;;; ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ ;;;…
– Πρωταπριλιά βρε !… Ξύπνα !… Έχεις αποβλακωθεί πια μ’ αυτήν την TV. Πρω-τα-πρι-λιά …. you know ?… Λέμε … ψεμματάκια σήμερα . Σε γέλασα καημένε !… Ξύπνα !
Το χρώμα , επανήλθε γρήγορα στα μάγουλά του και γελώντας της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και μουρμουρίζοντας ένα …
– Είσαι μεγάλη … μαϊμού …
… ξαναγύρισε στην αποχαύνωση της φωσφορίζουσας οθόνης …
Εκείνη , ξάπλωσε αμέσως … Ήταν «πτώμα» …Ωστόσο , δεν την έπαιρνε ο ύπνος … Έμεινε μέσα στα σκοτεινά να ρεμβάζει .
……………………
Πολύ αργότερα , ξάπλωσε κι εκείνος και νοιώθοντας την ξύπνια , της  χάιδεψε ελαφρά τα οπίσθια και επιχείρησε να την πάρει στην αγκαλιά του .
– Ωχ , καημένε … Κόφτο …
– Τί θα πεί «κόφτο» ;… τί έχεις ;
– Είμαι … πτώμα , … δεν σου τό’πα ;
– Έλαααα… άστα τα ψεμματάκια . Η πρωταπριλιά , τελείωσε εδώ και ώρα … Μία και τέταρτο είναι η ώρα . Μπήκε πια η 2 του Απρίλη .
– Άσε με μωρέ , μωρό μου … Έχω κεφαλόπονο .
-«Κεφαλόπονο» της 1ης Απριλίου , ή «κεφαλόπονο» της 2ας Απριλίου ;  (συνέχιζε να την χαϊδεύει , αλλά ψιλοανόρεχτα) .
– … της 2ας Απριλίου …
– Ok … Καληνύχτα …
Γύρισε πλευρό και προσπάθησε να κοιμηθεί . Όμως ούτε αυτόν τον έπαιρνε  ο ύπνος . Κάτι δεν του καθόταν καλά … κάτι σαν να μην ταίριαζε … «Δεν πρέπει να αφήνω να με παίρνει ο ύπνος στην τηλεόραση – σκέφτηκε – και χάνω τον ύπνο μου μετά και …»
– Δεν μου λες … Τί ώρα ήταν , όταν μπήκες μέσα στο σπίτι ;… Ήταν 12 , ή περασμένες  12 ;… Ήταν 1η ή 2α Απριλίου ;…
Δεν του απάντησε …
Καμώθηκε πως κοιμόταν …
.

 

Ετικέτες: , , ,

«Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια» (Φερεϋντούν Φαριάντ)

 


 

Στο βιβλίο «Όνειρα με χαρταετούς  και περιστέρια» του Πέρση συγγραφέα Φερεϋντούν Φαριάντ , παρακολουθούμε την καθημερινή ζωή δύο αγοριών φτωχικής οικογένειας, στην Περσία. Ο Αλβάν γράφει ωραίες εκθέσεις και λατρεύει τους χαρταετούς. Ο Μεϊλού, ο μεγαλύτερος αδελφός, αγαπά τα περιστέρια. Ο καλύτερος φίλος του Αλβάν είναι ο Σαλέμ. Τα καλοκαίρια, τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες, την ομάδα Τακ και την ομάδα Ζαρίν, παίζουν πετροπόλεμο. Όμως ξεσπά πραγματικός πόλεμος. Γίνονται μεγάλες καταστροφές και σκοτώνονται πολλοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και οι δύο μικρές αδελφές του Σαλέμ, η Τουλή και η Σεκουλή.

Τα παιδιά υπερασπίζονται ενωμένα την πατρίδα τους. Κι ο Αλβάν ονειρεύεται ότι κάποτε ο πόλεμος θα τελειώσει.

 

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια… Και, να, που τ’ όνειρό μου κόβεται ξαφνικά απ’ το θόρυβο που κάνουν τα φτερά των περιστεριών, που πρωί πρωί τα ταΐζει ο μεγαλύτερος αδελφός μου, Μεϊλου. Τινάζομαι απ’ τον ύπνο μου και μισανοίγω τα μάτια. Μεσ’ απ’ τα τσίνορά μου θαμποβλέπω τον γαλάζιο ουρανό και τον αγαπημένο μου χαρταετό, τον Κοκκινολαίμη, και το αγαπημένο περιστέρι του αδελφού μου, Ριπιδάτο, που τον βάφτισε έτσι γιατί άνοιγε την ουρά του φαρδιά σαν βεντάλια. Ο Ριπιδάτος τα ‘χει καταφέρει να φτάσει ψηλά ως το κεφάλι του Κοκκινολαίμη μου κι αρχίζει να τσιμπολογάει με το ράμφος του τη μύτη του Κοκκινολαίμη. Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.
Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου…

«Το όνειρο του Αλβάν»

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.
Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα.

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

“Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…”

 

μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

Φερεϋντούν Φαριάντ (Fereydun Faryand, Περσία 1949)

 

Ασχολείται με την ποίηση, τη συγγραφή παιδικών βιβλίων και τη μετάφραση. Αγαπά την Ελλάδα στην οποία ζει μόνιμα, και τον πολιτισμό της. Με τις μεταφράσεις του έχει κάνει γνωστούς στην Περσία κορυφαίους Έλληνες ποιητές (Γιάννη Ρίτσο, Οδυσσέα Ελύτη, Τάσο Λειβαδίτη κ.ά). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά ιστορίες από την αρχαία περσική λογοτεχνία (Ιστορίες από τον Παράδεισο). Έργα του για παιδιά: Καρχαρίες και λιμπελούλες, Το κύμα κ.ά.


*** Ο ιρανικής καταγωγής ποιητής και μεταφραστής του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη και πολλών άλλων νεοελλήνων ποιητών Φερεϋντούν Φαριάντ, ο οποίος ζούσε και δημιουργούσε για περισσότερο από τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα, πέθανε την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012 στην Αθήνα, ύστερα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Ήταν 63 ετών.***


 

Ετικέτες: , , , , , ,

«ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΝΕΜΟΡΦΩΘΗΝ» ………. (il ragazzo e il piccolo)

Έναν πόθο είχε το αγόρι στην μέχρι τότε ζωή του … Να αποκτήσει μια δικιά του μικρή φυσαρμόνικα . Μια «piccolo» , και να γεμίζει μ’ αυτήν την μοναχική άχαρη ζωή του . Γιατί ο 10χρονος μικρός , ήταν μόνος , χωρίς αδέρφια , χωρίς φίλους , χωρίς ένα δικό του σκύλο ή γατί , με μόνη συντροφιά το βουβό κλάμα της μάνας του , όταν ο πατέρας του έφευγε για την δουλειά .
Αλλά , ας τα πάρω με την σειρά :
Τελειώνοντας η δεκαετία του ’50 , κάπου στους βαλτότοπους της Βόρειας Ελλάδας . Ο πάτερ-φαμίλιας , παλιολλαδίτης , ενωμοτάρχης σε χωριό του κάμπου . Η οικογένεια , μικρή . Αυτός η μικροκαμωμένη γυναίκα του και το μικρό αγόρι . Δεν το πολυχώνευε το παιδί ο Αστυνόμος , κι ας ήταν γιος του , γιατί ήταν ευαίσθητο και με το παραμικρό , χαντακωνόταν  στον αχυρώνα του γείτονα και έκλαιγε με τις ώρες … Κι όταν βαρούσε την γυναίκα του , έκλεινε σφιχτά τα μάτια και με τα δυο χέρια τα αυτιά του και τρύπωνε μαζί της κάτω απ’ το τραπέζι και την αγκάλιαζε σαν να ήταν κανα-ηλίθιο κορίτσι και έτσι άρπαζε κι αυτός καμιά κλωτσιά αδέσποτη … Της μάνας του έμοιαζε , της «παλιοβουργάρας» όπως την ονομάτιζε , γιατί προερχόταν από την Ελληνική παροικία της Ανατολικής Ρωμυλίας , – «τί Έλληνες και κολοκύθια ;… Μούλοι ήσαν , μπερδεμένοι με τους Βουλγαρόγυφτους , αιώνες τώρα» – … ενώ αυτός ;… γνήσιος καθαρόαιμος Έλληνας απ’ τα Άγια χώματα της Παλιάς Ελλάδας –  …. Τί να κάνει όμως ;… ήταν και γιος του … παιδί του… και το πονούσε κι ας έγινε η αιτία αυτό το αγόρι , να παντρευτεί την μάνα του , που την είχε μόνο για «πήδημα» εκεί στις ερημιές και τα βαλτοτόπια της Μακεδονίας που τον «έρριξε» η Υπηρεσία , η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή … Η Υπηρεσία , που τον υποχρέωσε να την παντρευτεί όταν την γκάστρωσε,  για να μην την εκθέσει (την Υπηρεσία) . Κι αυτός , ευπειθής την παντρεύτηκε , αλλά καταδικάστηκε να μένει για χρόνια εκεί να προσπαθεί να συμμορφώσει τους μπασταρδεμένους  με Τούρκους , Ρώσους και Βούλγαρους , πρόσφυγες αλλά και ντόπιους κάτοικους των χωριών της περιοχής …Γιατί η Υπηρεσία τον … τιμώρησε για την «Βουργάρα» , με στασιμότητα και … ούτε που ήθελε να τα σκέφτεται αυτά … τον πονούσαν .
Την πρώτη φορά που το αγόρι γύρεψε φυσαρμόνικα , του άστραψε μια μπάτσα , την δεύτερη σήκωσε το χέρι , αλλά το κατέβασε γρήγορα και βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του μια βρισιά , κάτι σαν «αυτό μας έλειπε … γιος πούστης» , την τρίτη έδωσε την άδεια γιατί έτσι … τον βρήκαν στις καλές του «Πες της μάνας σου της θρησκευάμενης , να σου πάρει μία , από την εμποροζωοπανήγυρη της Αγια-Μαρίνας τον άλλο μήνα … Θα της δώσω τα λεφτά . Μόνο κοίτα , μην ακούσω τίποτα … άσματα κομμουνιστικά και τέτοια – όλα να τα περιμένει κανείς από σας τους κλαψιάρηδες – γιατί την βάψατε κι οι δύο» .
Κι έτσι και έγινε και το αγόρι βρέθηκε μεσοκαλόκαιρο με μια πανέμορφη γυαλιστερή φυσαρμόνικα piccolo …
********************************************************
Ο χωροφύλαξ Χαρίτων Μορέας  , ήταν όλο και όλο το υφιστάμενο προσωπικό του Αστυνομικού Σταθμού . Ομορφάντρας , ψηλός …του πήγαινε και η στολή , παντελώς αγράμματος και μπεκιάρης . Όμορφος και ανύπαντρος , αλλά από προξενιά … νέκρα … τίποτα , κι αυτό γιατί τα κουτσομπολιά του χωριού , αλλά και όλης της γύρω περιοχής , τον αναφέραν σαν … χαντούμη … τραυματία πολέμου … (λέγανε πως μια χειροβομβίδα στην φάση του Αντάρτικου , του είχε φάει τα αχαμνά)  και γι αυτό η Πολιτεία τον αντάμοιψε (για παρηγοριά) με το να τον χρίσει χωροφύλακα  από βοσκός που ήταν .
Ο Χαρίτων , ήταν και θεόκουτος , αλλά έκανε πάντα ό,τι του ορμήνευε ο Αστυνόμος , για να περνάει καλά και να έχει το κεφάλι του ήσυχο . Ούτε πως αγαπούσε τον ήχο της φυσαρμόνικας και ήξερε και πέντε-έξι σκοπούς , του είχε πει ποτέ , γιατί ο «Καπετάνιος»   , έλεγε πως οι άντρες που παίζουν μουσική είναι κάτι σαν … ντιγκιντάγκες … και ο Χαρίτων , μπορεί να του είχε «θερίσει» η βρωμοχειροβομβίδα τα αχαμνά , αλλά … ντιγκιντάγκας δεν ήταν , ούτε θα γινόταν ποτέ  …
Ο μουνουχισμένος  χωροφύλακας , έβλεπε το μικρό αγόρι , να πηγαινοέρχεται για θελήματα δεξιά κι αριστερά με την μικρή φυσαρμόνικα κρεμασμένη με ένα σπάγκο στο λαιμό του και του μάτωνε η καρδιά , γιατί το συμπαθούσε το αγόρι που ήταν ευγενικό και τον αποκαλούσε «κύριε Χαρίτων» χωρίς από μέσα του να τον διαολοστέλνει , όπως κάνανε (ήταν σίγουρος) όλοι οι υπόλοιποι . Κι έτσι , μια μέρα , που ο Αστυνόμος κατέβηκε στην πόλη για να φέρει … τα «μισθά» και θα έλειπε όλη την μέρα , βρήκε την ευκαιρία και έπιασε κουβέντα με τον μικρό  :
– Ωραία η φυσαρμόνικα σου καπετανόπουλο .
– Είναι piccolo (μικρή) … από την Ιταλία . Μου την αγόρασε η μάνα μου απ’ το πανηγύρι της Αγια-Μαρίνας πέρα απ’ το κανάλι … ξέρεις …
– Ξέρω … Εσύ όμως ξέρεις να παίζεις κάτι μ’ αυτήν ;
– Όχι … Θα βρω όμως κάποιον να μου μάθει .
– Ποιόν ;
– Δεν ξέρω … κάποιον …
– Θέλεις να σου μάθω εγώ ;
– Ξέρεις ; …. (τα μάτια του αγοριού φωτίστηκαν)
– Ξέρω … κάτι λίγα … Όμως δεν θα πεις τίποτα του πατέρα σου . Ό, τι και να γίνει δεν θα με μαρτυρήσεις ποτέ .
– Σύμφωνοι .
– Όρκίσου
– Μα την … ζωή της μάνας μου …
– Έγινε … Τί θέλεις να σου μάθω πρώτα ;
– Κάτι που να λέει για … «μάνα» μέσα …..
– Α , ξέρω ένα πολύ όμορφο … Κάτι με ξένες πόλεις , που δεν τις ξέρω , αλλά μιλάει για μια μανούλα που περιμένει το παιδί της … Άκου …

****************************************************
Ο Αστυνόμος , όταν πρωτάκουσε τον σκοπό από την φυσαρμόνικα του αγοριού να βγαίνει από τον αχυρώνα , … σαν να αρέστηκε … σαν μια απόλαυση , μια ζεστασιά να χύθηκε μέσα του … (η ομορφιά , πάντα γλυκαίνει και μαλακώνει τα «αγρίμια» μέσα μας) . «Α, τον … μούργο (σκέφτηκε) τί όμορφα που την λαλάει την φυσαρμόνικα … Τελικά , μπορεί να είναι και χαζομάρες αυτά που λένε για τους οργανοπαίχτες» ….
Γρήγορα όμως , του … γύρισε το μάτι ανάποδα , με το που θυμήθηκε το τραγούδι που κρυβόταν πίσω απ’ τον χαρούμενο σκοπό . Το είχε ακούσει μαζί με άλλα παρόμοια τραγούδια για πρώτη φορά στα 18 του στο στρατόπεδο του Άη-Στράτη και θυμόταν και τον Διοικητή του να του μουρμουρίζει «Αχ , τα παλιοζαγάρια … τα κουμμούνια … μέχρι και τα τραγούδια τους τα φτιάνουν ζωηρά και και όμορφα , για να πλανεύουν τον κόσμο και νά’ ρχονται στις τάξεις τους , να τους στρατεύουν … Να προσέχεις γιέ μου . Να κλείνεις τα αυτιά σου σαν τον … τέλος πάντων … σαν έναν απ’ τους τιμημένους προγόνους μας …- δεν θυμάμαι επί του παρόντος , το όνομά του – , σ’αυτού του είδους τις Σειρήνες» .
Του σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο , με το που έννοιωσε τι είδους σκοπό , έπαιζε ο γιος του με την φυσαρμόνικα . Πήρε μια δυο ανάσες , μπας και φρενάρει την οργή , μη και κάνει κάποιο κακό , ανηφόρισε τρέχοντας σχεδόν προς τον Αστυνομικό Σταθμό και με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα του και όρθιος μέσα στο γραφείο :
– Χαρίτων !!!… παρουσιάσου !
Ήταν απογευματάκι … Μεσοκαλόκαιρο … Ζέστη αφόρητη … σκόνη … Ο Χαρίτων , είχε γύρει σε ένα ράντζο στην πίσω αυλή και ονειρευόταν πως παρευρίσκονταν σαν τιμώμενο πρόσωπο , σε μια σεμνή τελετή , όπου η βασίλισσα Φρειδερίκη κρατώντας ένα τεράστιο μπλε γιαταγάνι θα … ευνούχιζε τον Ιωσήφ Στάλιν … Την ώρα που σήκωνε ψηλά το φοβερό γιαταγάνι … το «Χαρίτωωωωων» του καπετάνιου , ξέσκισε σε χίλια κομμάτια το όνειρο …
– Διαταγές , καπετάνιε …
– Ακου  Χαρίτων καλά . Ο γιος μου κάθεται ψηλά στον αχυρώνα του Στέργιου του «Κόκκινου» και λαλάει στην φυσαρμόνικα τραγούδια κουμμουνιστικά … που ανάθεμα με  , που θα μου πάει αυτός που του τά’ μαθε … έτσι και τον πιάσω , θα τον … μουνουχίσω στη μέση της πλατείας και θα του τα δώσω να τα φάει … άκου … Θα πας τώρα και θα τον μάσεις να τον φέρεις εδώ και θα τον κλειδώσεις στο κρατητήριο με την κατηγορία της αντικαθεστωτικής συμπεριφοράς , παρά τις συστάσεις  … εμού του ιδίου … που του έγιναν . Σε όποιον ρωτάει και την μάνα του προπάντων , θα λες «Διαταγή ανωτέρου» … Άκουσες ;… στο κρατητήριο … Δυο μέρες τουλάχιστον … χωρίς φαγητό , χωρίς νερό … άντε λίγο νερό δίνε του το βράδυ όμως αργά , μην το πάρει πρέφα κανείς … Και η φυσαρμόνικα κατάσχεται . Θα την πάρεις και θα την πετάξεις στη Μπέλιτσα … Εγώ θα λείπω δυο μέρες στην πόλη . Όταν θα γυρίσω θα τον αποφυλακίσουμε … Τράβα ωρέ  … τί με κοιτάς σαν χάνος ;… ούτε φαγητό …
Ο Χαρίτων την ώρα που άνοιγε την εξώθυρα του Σταθμού , κοντοστάθηκε :
– Να του δώκω και … αλμυρές σαρδέλες Καπετάνιε ;
– Τί λες βρε αλαφροκαύκαλε ;… τί σαρδέλες μου τσαμπουνάς ; όχι φαΐ είπα .
– Μα … είναι οι αρμυρές σαρδέλες της … ανάκρισης , φαΐ ;
– Άϊ χάσου βλαμμένε … Τράβα κάνε όπως σου λέω …
– … Όχι … είπα …μήπως …
————————————————–
*******************************************
Έτσι και έγινε . Για τρεις ολόκληρες σχεδόν ημέρες , το αγόρι έμεινε στο κρατητήριο παρέα με τον χωροφύλακα Χαρίτωνα . Φυσικά και νερό και γαλέττες απ’ τις δικές του του έδινε του μικρού και τα βράδια αργά , πολύ αργά , έκλεινε το όργανο της τάξης , φώτα , πόρτες και παντζούρια και καθόταν στο πάτωμα του κρατητήριου με τον μικρό πολιτικό κρατούμενο και του μάθαινε πως να φυσάει και να χτυπάει τις νότες στην μικρή φυσαρμόνικα … Όλα όμως αυτά , κρυφά απ’ τον κόσμο … Ούτε η μάνα του μικρού που ξεροστάλιαζε έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό και φλόμωσε στο κλάμα έμαθε τίποτα , αλλά ούτε και κανείς άλλος … Ίσα – ίσα , που όλοι ζάρωναν μουδιασμένοι στα σπίτια τους με την σκέψη «Αν για ανυπακοή κρατάει το παιδί του στην στενή , βάλε με νου σου τι θα κάνει με κάποιον σαν εμάς » …
Το αγόρι «αποφυλακίστηκε» μετά τρεις ημέρες , όταν επέστρεψε από την πόλη ο Αστυνόμος-πατέρας του … Τίποτα άγριο ή φανταχτερό δεν συνόδεψε την «αποφυλάκιση» του … Ούτε καυγάς , ούτε λόγια , ούτε σχόλιο … Μετρημένα πράματα …
Και φυσικά … η φυσαρμόνικα , ΔΕΝ πετάχτηκε στα λασπόνερα της Μπέλιτσας … Την κράτησε ο Χαρίτωνας επάνω του και μετά από πολλά χρόνια , όταν ακόμα και το αγόρι (που είχε μεγαλώσει πια) την είχε σχεδόν ξεχάσει , ο … ευνούχος χωροφύλακας της πάλαι ποτέ Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής , κατέβηκε στην πολύβουη πρωτεύουσα ,  όπου ζούσε πια ο φυσικός της κάτοχος , έψαξε , τον βρήκε και … του την παρέδωσε …
Υπάρχει ακόμα .
****************************************
Η ανάρτηση αυτή , (που δεν είναι ιστορία αληθινή , αλλά ένα διήγημα που γράφτηκε με την βοήθεια αποσπασματικών διηγήσεων , τριών – τεσσάρων διαφορετικών ανθρώπων) , αφιερώνεται στον νεόκοπο διαδικτυακό μου φίλο με το όνομα Λευτέρης-Δικαίος Παπαδέας , 1ον . Γιατί μου το ζήτησε , 2ον . Για καλωσόρισμα , και 3ον . Γιατί σήμερα (15 Δεκέμβρη) γιορτάζει .
Χρόνια σου πολλά φίλε Λευτέρη . Έχεις ένα όνομα , που αγαπώ ιδιαίτερα .




 

Ετικέτες: , , , , ,

ΦΕΥΓΕΙΣ ;… ή ΜΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΣΑΙ ; (chatting)

Κάποτε , είχα πει (είχα γράψει) :
«Να αντιστέκεσαι στην εχθρική συμπεριφορά. Να μην αποκαρδιώνεσαι από καμιά δυσκολία». Δεν το σκέφτηκα η ίδια , αλλά κάπου το διάβασα και αποφάσισα ότι μου αρέσει .
Tότε ένας καλός μου φίλος μου απάντησε:
Η ευθεία είναι μικροτέρα πάσης άλλης γραμμής με τα αυτά άκρα.
Όταν οι άλλοι είναι εχθρικοί, η απλούστερη ενέργεια είναι ν’ ανοίξης την πόρτα και αποχωρώντας -αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα σε κουράσουν, αναγκάζοντάς σε να αποχωρήσης- να τους αφήσης να φαγωθούν μόνοι τους, γιατί… άνθρωποι είναι. Αφού λειτουργούν με το μίσος, νομοτελειακά κάποτε θα φαγωθούν μεταξύ τους.
Πίστεψέ με, το δοκίμασα πολλές φορές μέχρι τώρα και λειτουργεί με μαθηματική ακρίβεια. Αρκεί να μείνης έξω και να μην επιστρέψης. Το κενό που αφήνεις είναι χάσμα που κάποτε θα τους καταπιή.
Δεν υπάρχει, εξ άλλου, κανένας λόγος να υπομένης νοσηρές καταστάσεις διατρέχοντας τον κίνδυνο να γίνης κι εσύ σαν αυτούς, εφόσον η ασθένεια του μίσους είναι μεταδοτική.
Όσο για τις δοκιμασίες ηθικού χαρακτήρα και έτερα «επαναστατικά κοινωνικο-ψυχολογικά γυμνάσια», αυτά είναι καλά για όσους βρίσκονται στο στάδιο του πειραματισμού (εφηβεία έως πρώτα μετεφηβικά χρόνια) και μέχρι να καταλάβουν ότι «δεν λένε όχι στους τρελούς και δεν τα βάζουνε με τους πολλούς». Πρέπει να ξέρη κανείς πότε να υποχωρή/αποχωρή άμα θέλη, αν όχι να νικά, τουλάχιστον να περισώζη την αξιοπρέπειά του.
Όταν άλλωστε έχης δει την «αλήθεια» των έμπλεων εξ αποκαλύψεως βεβαιοτήτων πόσο άσκημη, πόσο κακή ερωμένη είναι, δεν έχης πια περιθώρια να της κάνης χατήρια και να της δείχνης ανοχές.
Πρέπει να φεύγης. Πρέπει να γυρίζης την πλάτη στην αρρώστεια. Η φυγή είναι ψυχική υγεία, αντίθετα με την επιμονή σε φαύλες καταστάσεις, που δεν είναι άλλο από νοσηρή προσκόληση και ζωή στην αποσύνθεση.
Eνδιαφέρουσα (από πολλές όψεις) απάντηση . Την διάβασα λέξη προς λέξη και την ξαναδιάβασα πολλές φορές και την κοίταξα από όλες τις δυνατές όψεις της , πριν δώσω μια απάντηση . Γιατί θεώρησα εαυτόν υποχρεωμένο να απαντήσω (ήταν ένας πολύ καλός και οξυδερκής φίλος) . Έτσι λοιπόν , του απάντησα τούτο :
Υπάρχει κάτι στην Ιατρική (την παλιά καλή παραδοσιακή ιατρική) , που λέγεται Διαφοροδιάγνωση και η οποία είναι — α π α ρ α ί τ η τ η — για να βεβαιωθείς περί τίνος πρόκειται (να βάλεις δηλαδή διάγνωση) και να ορίσεις θεραπεία .
Ναι , όταν αντιμετωπίζεις εχθρική συμπεριφορά , αυτή είναι η λύση (θεραπεία) …. Να φεύγεις . Πλην όμως , πρέπει να είσαι απόλυτα σίγουρος για την «εχθρική συμπεριφορά” και όχι να συμπαρασύρεσαι από καταστάσεις που …. μοιάζουν με “εχθρική συμπεριφορά” .
Γιατί , υπάρχουν και τέτοιες . Πρέπει να είσαι πολύ … νηφάλιος και διορατικός και προσεκτικός για να το ξεχωρίσεις , και καλός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και συμπεριφοράς ….
Γιατί αν αφρόντιστα και “εν θερμώ” , αρχίζεις να κλείνεις πόρτες πίσω σου (βροντώντας τες ενίοτε) , πάλι εσύ χαμένος θα είσαι .
————————————————————————–
Εν τάξει …. είμαι λίγο ….. συντηρητικούρα .
Εσείς … τί λέτε ;
.

 

Ετικέτες: , , , , ,

BLOGGER από το … 1966 !…

Μάλιστα καλοί μου φίλοι και συμπλόγκερ(ς) … Μπλογκάρω (τί είπα πάλι ;… θα με «φτύσει» ο Μπαμπινιώτης) , από τον … περασμένο αιώνα και συγκεκριμένα , από το 1966 . Δηλαδή και παλιότερα από το 1966, αλλά τα πιο παλιά ποστ , είναι χαντακωμένα στο πατάρι , μέσα σε σκονισμένα χαρτοκιβώτια , μαζί με ξεραμένα λουλούδια , χαρτάκια με συνθηματικά , ερωτικές επιστολές , φωτογραφίες που γράφουν … «εις ένδειξιν , αγάπης αιωνίας» , μαθητικά πονηρά λευκώματα , και άλλα …. μουσειακά είδη της … πάλαι ποτέ νεότητας (μου) …
Στην δε παραπονιάρικη σχεδόν ευγενική αίτηση μου , προς τους … άντρες της ζωή μου , που αυτή την εποχή αναπνέουμε κάτω από την ίδια στέγη , να μου τα κάνουν download …. από το πατάρι … πήρα τις εξής απαντήσεις :
Ο σύζυγος : «Α πα πα !… η σκάλα είναι ψιλοδιαλυμένη κι εγώ παραβάρυνα τελευταία . Τί θέλεις ;… να σπάσω κανένα γοφό και νά’ χουμε άλλα ;… Παράτα αυτό το γ@…νο το blogging και έλα να δούμε καμιά ταινία στην NOVA ….» . (Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου … Από εκείνη την ώρα προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα της αρχαίας εκείνης συζυγοκτόνου … Κλυταιμνήστρα την έλεγαν ;;;… ναι , … θαρρώ  Κλυταιμνήστρα … ) .
Ο μεγάλος μου γιός : «Δεν θα είσαι με τα καλά σου μαμά … Να βουτηχτώ στην σκόνη , για να γράψεις εσύ … ποστ ; Έλεος ρε μαμά … παράτα το το blogging … Κάνε ένα χόμπυ της … ηλικίας σου» . (Επίσης προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα εκείνης της αρχαίας παιδοκτόνου … Μήδεια ;;;… Ναι , θαρρώ … Μήδεια … Αχ, τώρα που το λέω … πώς πεθύμησα , ένα … μυδοπίλαφο… ) .
Ο μικρός μου γιός : «Τώρα ;;;»… (και μετά από 10 λεπτά) : «Δεν μπορώ ρε μάνα … Είμαι πολύ κουρασμένος … από προχθές , που φύλαξα δυο ολόκληρες ώρες σκοπιά … Ανέβασε ποστ , χωρίς … αποδεικτικά στοιχεία … Όπως και νά’ χει σ’ αγαπούνε τόσο αυτοί οι φίλοι σου οι bloggers , που θα σε πιστέψουν χωρίς να σκανάρεις και να ανεβάσεις όλα αυτά τα .. αρχαιολογικά ευρήματα που στίβιασες στο πατάρι …»  (Αυτός τουλάχιστον , δεν μου έβρισε , ούτε μου αποπήρε το blogging . Να θυμηθώ να τον χαρτζιλικώσω γενναία το βραδάκι) .
Ο πατέρας μου : … που θα έβαζε αμέσως την μητέρα μου , να μου κατεβάσει τις κούτες από το πατάρι … δυστυχώς έχει 27 χρόνια που απεδήμησε εις Κύριον .
Ο αδελφός μου : Είμαι … μοναχοπαίδι (δεν έχω αδέλφια) ..
……. Τί μας έμεινε ; … Α, ναι …
Ο Τζαήτ , μουσουλμάνος φίλος και οικιακός βοηθός : (από το κινητό) : » Αχ , κομψού Σίλια , δεν γίνεται σήμερα … Σήμερα έχουμε Σεκέρ Μπαϊράμ … μεγάλη γιορτή … Θα έρθω να σου τα κατεβάσω (τα … ποστ από το πατάρι βρε … μη γελάτε) , το Σάββατο (Τα Σαββατοκύριακα , δεν γράφω ποστ , με τίποτα … Είναι πεσμένη , η … αναγνωσιμότητα . Με την ευκαιρία να δεις … πώς την λέγανε εκείνη την … Τουρκοφάγα αγωνίστρια του ’21 ;… Λασκαρίνα … κάπως ;… Μάλιστα … Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα , καλή της ώρα … ) .
—————————————————
Έτσι λοιπόν , αρκεστείτε καλοί μου φίλοι στο πιο εύκαιρο , από τα παλιά μου ποστ που φέρει τον τίτλο «Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ»  και χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 1966 , για να πεισθείτε πως ήμουν ήδη μπλόγκερ , σε μια εποχή που κάποιοι από σας , δεν είχατε καν … γεννηθεί .
Ήμουν 17 χρονών , δεν με υποχρέωσε κανείς να το γράψω (ήταν πάντα το χόμπυ μου και η μεγάλη μου λατρεία οι αρχαίοι) και προπαντός , δεν ήμουν κανένα βλαμμένο σπασικλάκι ή γλυφτρόνι των φιλολόγων δασκάλων μου .
Ιδού :

sofoklis
sofoklis1
sofoklis12
sofoklis3
sofoklis4
sofoklis5
sofoklis6
.——————————————————
Καλοί μου άνθρωποι και συμπλόγκερ(ς) :
Αφού διαβάσετε προσεκτικά το πόνημα μου πάνω στην αρχαία Τραγωδία , θα ήθελα να μου απαντήσεται (αν δεν γίνομαι φορτική) , στα εξής τρία ερωτήματα :
1ον . Τί να υπαινίσσετο άραγε ο σύζυγος , με την έκφραση «‘Ελα να δούμε καμιά ταινία στην NOVA» ;… Μήπως , έχασα κάτι ;;;
2ον . Αν … (λέω «αν» ) την αίτηση για το πατάρι την έκανε στον μεγάλο μου γιο η … σκορδόπιστη , με την οποία νταλαβερίζεται τελευταία , θα ανέβαινε στο πατάρι , ή θα συνέχιζε να σιχαίνεται τις … σκόνες ;… (και μόνο που το είπα , μου ανέβηκε … η πίεση) .
3oν . Πού το ξέρει ο μικρός μου , ότι … με αγαπάτε ;…
==========================================
Φιλιά , από την … παλιότερη μπλόγκερ του Διαδικτύου …
Όταν μπλόγκαρα εγώ , η WordPress και Blogspot δεν βρίσκονταν , ούτε στις … προθέσεις των «γονιών» τους .
.
.
.
Αν θέλετε να διαβάσετε ευκολότερα το σκαναρισμένο κείμενο , πατήστε Ctrl και συγχρόνως ρολλάρετε την ροδέλλα του «ποντικιού» προς τα πάνω .